Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Για το Σεμινάριο Εβρίτικης Γκάιντας

Δυο λόγια για το Σεμινάριο Εβρίτικης Γκάιντας
Η ιδέα για το Σεμινάριο Εβρίτικης Γκάιντας ξεκίνησε πριν από επτά χρόνια. Η γέννησή του βασίστηκε σε ένα κίνητρο και σε μια αφορμή. 
-Κίνητρο ήταν η αγάπη για την γκάιντα και τους μουσικούς του οργάνου από μια ομάδα ανθρώπων από το Διδυμότειχο. Είχε προηγηθεί η έρευνά μου στην περιοχή (1995-2007), καρπός της οποίας είναι η διδακτορική μου διατριβή με τίτλο «Η γκάιντα στον Έβρο: μια οργανολογική εθνογραφία». 
Τα πρώτα χρόνια του ‘2000 είχε αρχίσει να ξεπηδά μια νέα γενιά γκαϊντατζήδων στον Έβρο, η οποία ήρθε να ακολουθήσει τις ξεχωριστές περιπτώσεις του Ντομπρίδη και του Ζηκίδη. Στον Γιάννη και τον Πάνο οφείλουμε το ότι ο κρίκος δεν έσπασε. Γνώρισαν σε όλους εμάς την γκάιντα, την έφεραν στις πόλεις και στη δισκογραφία και έγιναν και οι δύο διακεκριμένοι κατασκευαστές, κλείνοντας ένα μεγάλο κενό αρκετών δεκαετιών στην κατασκευαστική παράδοση.
Η αγάπη γι’ αυτό το μαγικό όργανο έκανε πολλούς να το αναζητήσουν και να το μάθουν. Από τη μια, η νέα γενιά γκαϊντατζήδων από τον Έβρο και τη Θράκη γενικότερα, η οποία, εκείνα τα χρόνια, «απενοχοποίησε» την γκάιντα και την ξαναέπιασε στα χέρια, σε πείσμα της γενιάς των πατεράδων τους, οι οποίοι έζησαν στα «πέτρινα χρόνια» της γκάιντας. Από την άλλη, άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν σχέση καταγωγής με τη Θράκη, ωστόσο θέλουν να μάθουν την γκάιντα για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Και οι μεν και οι δε ήρθαν αντιμέτωποι με την προβληματική κατάσταση που υπήρχε τότε: από τη μια, οι πληροφορίες για το όργανο ήταν λίγες και, κυρίως, διαμεσολαβημένες μέσα από τη δισκογραφία και τα χορευτικά συγκροτήματα. Πολύ λίγοι ξέρανε και ακόμα λιγότεροι είχαν συνειδητοποιήσει τι παίζουνε και πώς το παίζουνε οι παππούδες γκαϊντατζήδες του Έβρου. 
Η ιδέα πίσω από το Σεμινάριο, λοιπόν, ήταν απλή: έπρεπε με κάποιον τρόπο να έρθουν σε άμεση επαφή οι ενδιαφερόμενοι, να ανταλλάξουν εμπειρίες και να μάθει ο ένας από τον άλλο. Το ερώτημα που προέκυπτε τώρα ήταν το εξής: σε τι πλαίσιο θα γινόταν όλη αυτή η ανταλλαγή; Οι δρόμοι, κατά την άποψή μου, είναι δύο. Ο πρώτος, έχει να κάνει με το πλαίσιο ενός φεστιβάλ: σκηνικές παρουσίες, προβολείς, συναυλίες με μικρόφωνα, χορευτικά συγκροτήματα… Πρόκειται για μια πολύ καλή περίπτωση, ωστόσο κατά τη γνώμη μου δεν θα υπηρετούσε τον σκοπό που είχαμε κατά νου. Δεν είχε νόημα άλλη μια «από τα πάνω» προσέγγιση στο όργανο, η οποία να χαρακτηρίζεται από τον εξουσιαστικό λόγο του μέσου (μικρόφωνο, κάμερα, προβολέας, τηλεοπτική αισθητική). 
Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθεί ένας άλλος δρόμος. Στο σημείο αυτό ήταν που συνέβαλε η έρευνά μου και οι θεωρητικές μου σπουδές στην εθνομουσικολογία και την οργανολογία. Ο άλλος δρόμος είχε να κάνει με τον ίδιο τον χαρακτήρα της γκάιντας. Πρόκειται για ένα όργανο των αγροκτηνοτροφικών κοινωνιών του Έβρου (και των Βαλκανίων γενικότερα). Όργανο της κοινότητας, της παρέας. Ο γκαϊντατζής ήταν ένας απ’ όλους, χωρίς να είναι ενδεδυμένος με την δόξα του «ροκ σταρ». Ήταν αυτός που, γνωρίζοντας καθένα μέλος της κοινότητάς του σε βάθος, ήξερε τι να παίξει, σε ποιον να το παίξει, πότε να το παίξει… Η μουσική της γκάιντας ήταν, με λίγα λόγια, ένα ακόμη γρανάζι μέσα στον πολύπλοκο μηχανισμό της μουσικής ζωής, και της ζωής γενικότερα της κοινότητας. Ένας μηχανισμός ο οποίος αποσαθρώθηκε βίαια κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες, εξαιτίας του Εμφυλίου, της Μετανάστευσης και της αλλαγής των κοινωνικών δομών. Η λογική που λειτουργούσε η γκάιντα τότε έρχεται σε αντίθεση με την «προϊοντική» λογική της μουσικής βιομηχανίας, η οποία αναπαράγεται από σκηνής στα περισσότερα φεστιβάλ. Το να πάρεις, λοιπόν, όσους παλαιούς γκαϊντατζήδες έχουν μείνει και να τους ανεβάσεις σε μια σκηνή ενός φεστιβάλ ή να τους βάλεις, απλώς να «διδάξουν» αυτά που παίζουν είναι μεν χρήσιμο, ωστόσο αφήνουν την ουσία του ζητήματος άθικτη…
Η λέξη – κλειδί για το Σεμινάριο και για τη φιλοσοφία του είναι η έννοια της κοινότητας. Φυσικά, δεν προκρίνεται μια ρομαντική και φολκλορίστικη «επιστροφή στις ρίζες». Είναι προφανές ότι το ποτάμι δεν μπορεί να γυρίσει πίσω (και δεν έχει νόημα να γυρίσει πίσω…). Το μεγάλο στοίχημα πίσω από το Σεμινάριο είναι η συγκρότηση μιας μετα-κοινότητας, η οποία θα φέρνει σε επαφή όλους όσους ασχολούνται με το όργανο, από διαφορετική σκοπιά πλέον και θα λειτουργεί ως πεδίο ζύμωσης. Η μετα-κοινότητα αυτή αποτελείται από παλαιούς γκαϊντατζήδες, μαθητευόμενους γκαϊντατζήδες, φοιτητές, ερευνητές, επιστήμονες και φίλους του οργάνου. Σκοπός δεν είναι η εσωστρέφεια, με μια «κεντρομόλο» αναπαραγωγή «κομματιών», «τραγουδιών» στο πλαίσιο του «λιβανίσματος» μιας κλειστής συντεχνιακής επαγγελματικής γνώσης. Στόχος είναι η εξωστρέφεια. Φιλοδοξούμε η ετήσια αυτή συνάντηση για γίνει ένα παράθυρο προς τον Έβρο, προς την γκάιντα και, κυρίως, προς το σήμερα. Πεδίο γνώσης και αναστοχασμού. Οραματιζόμαστε το Σεμινάριο να προσφέρει μια «ολιστική» παρουσίαση της γκάιντας, της μουσικής και των μουσικών της. Σκοπός μας είναι να δημιουργηθεί μια δυναμική «από τα κάτω», η οποία θα δώσει την δυνατότητα στον καθένα να μάθει πράγματα, να δει τα πράγματα από διαφορετική οπτική γωνία, να ανταλλάξει απόψεις και πληροφορίες και, φυσικά, να περάσει καλά! Ο ζωτικός χώρος της μετα-κοινότητας αυτής μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο για την ανάδειξη δεξιοτεχνών, ερευνητών, μελετητών κ.λπ. Η γκάιντα για τη φιλοσοφία του Σεμιναρίου δεν είναι ούτε ένα «σαξόφωνο με δέρμα», ούτε μια ηχητική υπόμνηση ενός ωραιοποιημένου παρελθόντος, η οποία προσφέρει μια «νότα ποιμενικότητας» σε ένα φολκλορικό πλαίσιο. Η γκάιντα για μας είναι η αφετηρία και η αφορμή για ένα μεγάλο ταξίδι τόσο εξωτερικό, στον χρόνο και τον τόπο, όσο και εσωτερικό και ενδοσκοπικό!..
Έτσι, φτάνουμε στην αφορμή για το στήσιμο του Σεμιναρίου…
-Αφορμή για την εφαρμογή όλων των παραπάνω στάθηκε η ύπαρξη του ξενώνα του Δήμου Διδυμοτείχου, ο οποίος έδινε την δυνατότητα φιλοξενίας ενός αριθμού συμμετεχόντων. Η υποστήριξη του Δήμου Διδυμοτείχου, με τη διάθεση του ξενώνα, είναι καταλυτική!.. Για πέντε μέρες κάθε χρόνο, από 17 ως 21 Αυγούστου, όλοι όσοι ενδιαφέρονται εγκαθίστανται στον πολύ φιλόξενο αυτό χώρο: ένα πανέμορφο διώροφο ξυλεπένδυτο κτήριο των αρχών του 20ου αιώνα, το οποίο έχει ανακαινιστεί. Ζουν μαζί, παρακολουθούν τις δράσεις του Σεμιναρίου και κυρίως διαδρούν μέσα από ατελείωτες «γκαϊντοκουβέντες» μέχρι τις πρωινές ώρες…
Ποια, όμως, είναι η λογική με την οποία στήνεται το Σεμινάριο;
Πάνω απ’ όλα, το Σεμινάριο χαρακτηρίζεται από μια «κειμενικότητα». Όπως, δηλαδή, σε ένα κείμενο αρχίζεις και διαβάζεις και το νόημα σου αποκαλύπτεται σταδιακά στο τέλος, έτσι και το Σεμινάριο φιλοδοξεί να λειτουργήσει με παρόμοια λογική, συνδυάζοντας διαφορετικούς αφηγηματικούς άξονες. Αυτή, αν θέλετε, είναι και η μεγάλη πρόκληση. Οι άξονες αυτοί είναι οι ακόλουθοι:
Α. Το παιχτικό κομμάτι
-Ενασχόληση με το ρεπερτόριο – τριβή με το όργανο – αλληλόδραση ανάμεσα στους συμμετέχοντες. Για το σκοπό αυτό υπάρχουν τα «αλληλοδιδακτικά εργαστήρια» ή η «ώρα της δημιουργικής φασαρίας»… Όλοι παίζουν με όλους!.. 
-Εισαγωγή στην τεχνική της γκάιντας. Κατά τις ώρες της «δημιουργικής φασαρίας» (και ανάλογα με τη ζήτηση κάθε φορά) γίνονται εισαγωγικά μαθήματα όπου ο Στέργιος Ματακάκης (γκαϊντατζής και μεταπτυχιακός φοιτητής μουσικολογίας με ειδίκευση στην διδακτική του οργάνου) διδάσκει τις βασικές τεχνικές της γκάιντας.

- Τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την γκάιντα, διδάσκεται και θρακιώτικη λύρα με τον Δημήτρη Αρβανίτη. Από εφέτος, αν υπάρξουν ενδιαφερόμενοι, θα γίνουν και μαθήματα καβάλ με τη Σταυρούλα Τρυφιάτη.
Β. Παρουσιάσεις βετεράνων μουσικών
- Γίνεται μια ανοιχτή παρουσίαση ενός βετεράνου γκαϊντατζή. Κάτι μεταξύ συναυλίας, παρουσίασης και συνέντευξης. Οι συμμετέχοντες έχουν την ευκαιρία να ακούσουν και να εστιάσουν σε ειδικά ζητήματα τεχνικής και ρεπερτορίου κατευθείαν από την πηγή, από μουσικούς όπως ο Πασχάλης Κιτσικούδης, ο Στρατής Γιαγτζίδης, ο Βάιος Χαροκοπίδης, ο Θεοδόσης Λογαρούδης ο Γιάννης Πεχλιβάνης και παλαιότερα ο Σιδέρης Βλάχος, ο Πασχάλης Χρηστίδης και άλλοι.
Γ. Διαλέξεις
- Παρουσιάσεις πάνω σε επιστημονικά ζητήματα που αφορούν την γκάιντα και τον κόσμο της. Ζητήματα ρεπερτορίου, κατασκευής, ζητήματα ανθρωπολογικά, ιστορικά κ.λπ. Πέρα από τον Χάρη Σαρρή, έχουν μέχρι τώρα λάβει μέρος επιστήμονες όπως ο Γιάννης και ο Δήμος Πραντσίδης. Φέτος ειδικός καλεσμένος θα είναι ο Νίκος Ορδουλίδης, ειδικευμένος στη λαϊκή μουσικολογία.
Δ. Εκδρομή
Η εκδρομή δεν θα μπορούσε παρά να εντάσσεται στην «κειμενικότητα» του Σεμιναρίου. Σκοπός είναι να γνωρίσουμε τόπους στους οποίους λειτουργούσε και λειτουργεί η γκάιντα. Εφέτος, το πρόγραμμα έχει Σουφλί. Ξενάγηση στα κτήρια και τα αξιοθέατα, τα οποία θα μας προσφέρουν μια εποπτική εικόνα της ιστορικής διαδρομής της περιοχής. Και, με όλα όσα θα δούμε φρέσκα στο μυαλό μας, το βράδυ θα γίνει μια ξεχωριστή βραδιά στον μαγικό χώρο του εργαστηρίου «Ηδύ τεχνών». Ένα καταπληκτικό ανακαινισμένο κτήριο που μας μεταφέρει στα χρόνια του Μεσοπολέμου, όπου θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε για ζητήματα και έννοιες που σχετίζονται τόσο με την γκάιντα, όσο και με τη μελέτη του λαϊκού πολιτισμού γενικότερα.
Ε. Γλέντια
Φυσικά, δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα γλέντια από ένα Σεμινάριο για την γκάιντα!.. Τρία γλέντια, σε τρία διαφορετικά χωριά κάθε φορά, δίνουν τη δυνατότητα στο Σεμινάριο να «διαχυθεί» προς την τοπική κοινωνία και σε όλους εμάς να πάρουμε μια χορταστική γεύση από το πώς λειτουργεί η γκάιντα στο χοροστάσι. Γλέντια σε «πραγματικές συνθήκες», τα οποία έρχονται να φωτίσουν και να ανα-νοηματοδοτήσουν όλα όσα λέγονται και γίνονται στο πλαίσιο του Σεμιναρίου.
ΣΤ. Συναυλία
Το Σεμινάριο ολοκληρώνεται με μια συναυλία, το βράδυ της τελευταίας ημέρας, η οποία γίνεται σε κεντρικό σημείο της πόλης του Διδυμοτείχου.
Επίλογος
Σκοπός του Σεμιναρίου είναι, μέσα από μια δέσμη δράσεων, να λειτουργήσει ως γονιμοποιό στοιχείο για μια μετα-κοινότητα ανθρώπων που σχετίζονται ή απλά αγαπούν την γκάιντα. Φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ένας ζωτικός χώρος στον οποίο η προφορική και η εγγράμματη μέθοδος διδασκαλίας συναντιούνται και η τυπική με την άτυπη μέθοδο μάθησης συνυπάρχουν. Σ’ αυτόν τον ζωντανό και γονιμοποιό χώρο όλοι έχουν κάτι να πάρουν, όλοι έχουν κάπως να ωφεληθούν. Μέχρι την επόμενη συνάντηση, λοιπόν, στις 17-21 Αυγούστου του επόμενου χρόνου, όλοι έχουν υλικό για μελέτη, καθώς και τροφή για σκέψη…
-Το Σεμινάριο είναι αυτοχρηματοδοτούμενο. Η συμμετοχή είναι καθαρά συμβολική. 70 ευρώ για τους γκαϊντατζήδες, 40 ευρώ για τους υπόλοιπους (το ποσόν αφορά και τις 5 ημέρες). Τα χρήματα αυτά πηγαίνουν στο Σύλλογο «Ιωάννης Δούκας Βατάτζης», από τον οποίο κόβεται και η σχετική απόδειξη. Τα χρήματα χρησιμοποιούνται για τα λειτουργικά έξοδα του Σεμιναρίου και για τις δράσεις του Συλλόγου.
-Η φιλοξενία στον ξενώνα είναι δωρεάν για όσους συμμετέχουν στο σεμινάριο.
-Κανείς δεν πληρώνεται από αυτό. Η ευγνωμοσύνη μας είναι τεράστια προς όλους όσους λαμβάνουν μέρος και ειδικά προς τους δασκάλους μας, τους παππούδες γκαϊντατζήδες, οι οποίοι από την πρώτη στιγμή αγκάλιασαν το εγχείρημά μας, προσφέροντας χωρίς όρους και χωρίς όρια την τέχνη, τη γνώση, μα πάνω απ’ όλα την αγάπη τους!
Αν μου επιτρέπετε έναν προσωπικό τόνο, θεωρώ ότι το Σεμινάριο Εβρίτικης Γκάντας είναι το ελάχιστο που μπορώ εγώ, ως επιστημονικός υπεύθυνος, να δώσω ως αντίδωρο για όλα όσα μου έχουν τόσο απλόχερα προσφέρει ο τόπος και οι άνθρωποι όλα αυτά τα χρόνια. Τους οφείλω τα πάντα! Αισθάνομαι, λοιπόν, υποχρεωμένος να μοιραστώ με όσους ενδιαφέρονται όλα όσα γνώρισα, βίωσα και ένιωσα!..
Χάρης Σαρρής, 22 Ιουλίου 2017


Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Της Πληθερής, 2017


Παρασκευή 26/5/17

Πώς μπορεί να μιλήσει κανείς για την «Πληθερή»; Αρκεί να πει ότι είναι μια μέρα γιορτής για τους βοσκούς της Νάξου, οι οποίοι κάνουν «ξύγαλα» το γάλα της ημέρας και το μοιράζουν στον κόσμο; Αρκεί να την τοποθετήσει στο χρόνο και να πει ότι γίνεται την τελευταία Πέμπτη πριν την Πεντηκοστή; Δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι ότι θα μπορούσε κανείς να επιστρατεύσει ένα άρωμα νοσταλγίας, πασπαλισμένης με μπόλικη δόση εξιδανίκευσης και να μιλήσει για τα «αγνά έθιμα της υπαίθρου», κουνώντας παράλληλα το δάχτυλο στους σημερινούς «βέβηλους». Ο ήχος από τις μηχανές του πλοίου της επιστροφής, οι ανακοινώσεις «Προοοοοοοσοχή παρακαλώ» από τα ηχεία στο κατάστρωμα, ο ήλιος των Κυκλάδων να θυμίζει σε όλους μας ποιος είναι ο αρχηγός αυτού του τόπου, πλέκονταν με τις εικόνες και τους ήχους που κατέκλυσαν το μυαλό μου αυτό το διήμερο. Ξύγαλα, ξινότυρα, μυζήθρες, αρσενικό, κρέατα βραστά και ψητά, κρασιά αψιά και επιθετικά, περιπλεγμένα με ευχές, τραγούδια, κοτσάκια, λειτουργία σε ξωκλήσια, χορό, συγκίνηση και έκσταση. Καθόμουνα σιωπηλός στο κατάστρωμα του πλοίου, προσπαθώντας να βάλω σε σειρά σκέψεις και αισθήσεις.

Ο Δημήτρης και ο Διονύσης δεν μπορούσαν να έρθουνε. Πραγματικά πολύ μεγάλη απώλεια… Έχουμε από το 2013 ζήσει στιγμές μοναδικές σε αυτό το νησί, κάνοντας συνεντεύξεις, ηχογραφώντας, μαζεύοντας υλικό και, πάνω απ’ όλα, προσπαθώντας να καταλάβουμε αυτόν τον τόπο και τις μουσικές του. Έτσι, ζήτησα από τον φίλο Αντρέα Παπάζογλου και τη Βιολέτα να έρθουν για παρέα. Για να μην τα πολυλογώ, εχθές το μεσημέρι φτάσαμε Νάξο. Φάγαμε στη Χώρα και μετά ανεβήκαμε το απόγευμα στο Χωριό (ένα είναι το Χωριό…). Επικοινωνία με τον Τάσο, τον εμψυχωτή της έρευνάς μας, η οποία έχει μέχρι τώρα τύχει υποστήριξης από την Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου. Θα ξυπνάγαμε πρωί, για να πάμε να καλύψουμε την Πληθερή.

Σήμερα το πρωί, λοιπόν, ξυπνήσαμε στις 8 περίπου. Ήπιαμε καφέ και κατά τις 9 ξεκινήσαμε. Προορισμός: το νησάκι απέναντι από τη Μικρή Βίγλα, όπου είναι η εκκλησία της Παναγιάς της Παρθένας που γιορτάζει σήμερα. Ακόμη και μέσα από τη μικρή αυτή διαδρομή με το αυτοκίνητο έχει κανείς τη δυνατότητα να σχηματίσει στο μυαλό του κάτι από την ιστορική διαδρομή του νησιού. Ξεκινώντας από τ’ Απεράθου παίρνουμε μια γεύση από την οικονομική και πνευματική του ανάπτυξη η οποία το χαρακτήρισε το χωριό ήδη από τον 19ο αιώνα. Κατόπιν ο δρόμος περνά από το Φιλώτι, μόλις οκτώ χιλιόμετρα από τ’ Απεράθου, το οποίο διατήρησε μέχρι σήμερα σε μεγάλο βαθμό τον πανάρχαιο κτηνοτροφικό του χαρακτήρα… Χαλκί, η παλαιά πρωτεύουσα με τα νεοκλασικά να πλέκονται με παμπάλαιες εκκλησίες, κάποιες από τις οποίες φτιαγμένες την εποχή της Εικονομαχίας… Σιγά σιγά, οι πεδιάδες και η θάλασσα έρχονται πιο κοντά. Τα τσιμεντένια κτήρια, μάρτυρες της πρόσφατης τουριστικής «ανάπτυξης» ολοένα και πυκνώνουν. Κίνηση. Τουριστικά καταλύματα. Ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες. Σημαιάκια. Καφετέριες άχρωμες και στερεότυπες κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της τουριστικής αισθητικής. Το αυτοκίνητο να περνά ανάμεσα σε πρώην και νυν χωράφια, τα οποία διαπραγματεύονταν το αγροτικό τους παρελθόν με ένα παρόν, που είναι πλέον πεδίο δόξης λαμπρό για την τουριστική βιομηχανία…

Παρκάραμε στην παραλία και πήγαμε με τα πόδια στο μόλο. Εκεί περίμενε αρκετός κόσμος. Ήταν η πρώτη στιγμή μετά από ημέρες όπου είχα την ευκαιρία να χαλαρώσω και να ρουφήξω εικόνες, ήχους και χρώματα. Μια θάλασσα σε όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου και του τιρκουάζ να πλέκεται με κάτι βράχια λειασμένα από το κύμα που από μακριά έμοιαζαν με τεράστια στρογγυλεμένα βότσαλα. Απέναντι ήταν το νησάκι. Ένα λοφάκι στο δεξί μέρος, όπου κυμάτιζε μια ελληνική σημαία και αριστερά ένα εκκλησάκι, ζωσμένο γύρω γύρω από ανθρώπους που φαίνονταν σαν μυρμήγκια. 











Το καΐκι ξεκίνησε από το νησάκι. Ο Αντρέας έβγαλε την κάμερα. Τα πρώτα πλάνα… το καΐκι να έρχεται, να ξεφορτώνει κόσμο, να φορτώνει κόσμο, να απομακρύνεται, να φτάνει στο νησάκι… και πάλι πίσω. Στο πρώτο δρομολόγιο ο Αντρέας κατόρθωσε να τρυπώσει στο καραβάκι, το οποίο γέμισε αμέσως. Εμείς περιμέναμε το επόμενο. Σε μια μικρή βαρκούλα μια οικογένεια βοσκών φόρτωσε ένα χαρανί (καζάνι) με ξύγαλα (κάτι σαν γιαούρτι) το οποίο το μοίραζε στον κόσμο. Είχαν και ψωμί, σαρδέλες, και κάτι ακόμα, που έμοιαζε μαγειρευτό. Δίπλα, κάτω από ένα βράχο κάποιοι βοσκοί, μάλλον από το Φιλώτι, είχαν από νωρίς ανάψει μια φωτιά και ψήνανε οφτό, το οποίο είχαν κρεμάσει από σύρμα από ψηλά. Κάθε τόσο έβγαζαν ένα κομμάτι, το έκοβαν και τάιζαν τον κόσμο. Οι ευχές έδιναν κι έπαιρναν… «Και του χρόνου» ήταν αυτή που επικρατούσε. Έστηνα τα αφτιά μου να ακούσω το «Να πληθαίνει το κοπάδι» που κάποτε λεγόταν της Πληθερής, αλλά δεν το άκουσα… Μπορεί να έτυχε…








Είχα επίσης ακούσει ότι της Πληθερής ρίχνουν τα ζουλοπρόβατα στη θάλασσα. Είχα λυσσάξει να το δω, για να το κινηματογραφήσουμε. Ρώτησα μια βόσκισσα που μοίραζε ξύγαλα, αλλά μου είπε ότι δεν ξέρει κανέναν που να το κάνει… Ο τρόπος που μίλαγε έκρυβε νοσταλγία… «Να ρίξουμε εμείς μερικά, για να το πάρετε» μου είπε… Αρνήθηκα ευγενικά. Τι νόημα θα είχε; Σίγουρα, δεν είμαι εδώ για να σκηνοθετήσω την πραγματικότητα, αλλά να την καταγράψω και, αν αξιωθώ, να την κατανοήσω. Πήγα στην ομάδα των βοσκών που ψήνανε το κρέας και τρώγανε, κόβοντας με ένα σουγιά τα κομμάτια. Ρώτησα έναν λεβένταρο εκεί πέρα αν ξέρει κανέναν που θα ρίξει τα ζώα στη θάλασσα. «Δεν μπορούμε, μας κυνηγάνε οι οικολόγοι», μου είπε. «Θεωρούν ότι είναι βασανιστήριο για τα ζώα. Εγώ τα Χριστούγεννα είχα βάλει ένα πρόβατο στη Φάτνη του Χριστού και αναγκάστηκα να το πάρω γιατί θα έβρισκα το μπελά μου». Δεν μπορούσα να μη γελάσω. «Του χρόνου, όμως, θα τα ρίξω. Έχουμε χάσει τα έθιμά μας. Μας έχουν απαγορέψει τα έθιμά μας»…

Δεν κρύβω ότι προβληματίστηκα. Ποιος ανόητος θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο; Ο νους μου ταξίδεψε σε πολλά μέρη. Ταξίδεψε σε μακρινές μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια, που η γιαγιά μου μου έλεγε ότι ο προπάππους μου ο Νικολάκης, πριν τον πόλεμο, πήγαινε τα πρόβατα μια φορά το χρόνο στου Φόδελε, στη θάλασσα, για να τα βουτήξει μέσα. Σκεφτόμουνα τι μπορεί να σημαίνει για τον λαϊκό πολιτισμό ο εξαγνισμός μέσα στη θάλασσα: η θάλασσα, το αντίθετο της γης, η θάλασσα ως θηλυκό, η γη ως το αρσενικό, το αλάτι ως καθαρτήριο, η εποχή του χρόνου, που σηματοδοτεί το τέλος της άνοιξης και της αρχής του καλοκαιριού… Σκεφτόμουνα πώς οι βοσκοί, που ζούσαν όλο το χρόνο σε άμεση σχέση με τα ζωντανά και με τη φύση, ένιωθαν την ανάγκη αυτή την ημέρα να κάνουν αυτήν την τελετουργία: ρίξιμο των προβάτων στη θάλασσα, όπου μοιραία καθαρίζονται και μπορούν πιο εύκολα να τα κουρέψουν. Κατόπιν το άρμεγμα, το φτιάξιμο του ξύγαλου και το μοίρασμα σε όλον τον κόσμο, «για να πληθαίνει το κοπάδι». Κάθε μαζωμός βοσκού είναι ανοιχτός εκείνη την ημέρα για τον κόσμο, ο οποίος πηγαίνει, τρώει ξύγαλο, κρέας, τυριά, πίνει κρασί… Δεν θα μπορούσε να λείπει η τσαμπούνα και ό,τι αυτό συνεπάγεται… Το θεωρούν γούρι και τιμή, ειδικά αν είσαι ξένος. Όπως μας έλεγε ο Τάσος, η χαρά τους δεν περιγράφεται ότι κάποιος, ειδικά ξένος, μπει μέσα, κεραστεί, και πει την ευχή «Να πληθαίνει το κοπάδι». Όταν είπα στον Τάσο αυτό για την «απαγόρευση» από τους «οικολόγους» (όπως συλλήβδην ονομάζουν όσους ασχολούνται με το περιβάλλον οι βοσκοί και έχουν άγρια αντιπαλότητα με αυτούς) μάλλον αμφέβαλε ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Ποιος ξέρει… Πιθανόν το έθιμο να έχει ατονήσει, λόγω της ευρύτερης αλλαγής των κοινωνικοπολιτισμικών δομών. Δεν θα μπορούσε η βοσκοσύνη να μείνει ανεπηρέαστη από όλην αυτή την αλλαγή… Δεν ξέρω τι να πιστέψω… Μάλλον θα πιστέψω τον Τάσο και το ένστικτό μου… Πηγαίνοντας για τη Μικρή Βίγλα παντού έβλεπες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις για θαλάσσια σπορ, βιλίτσες λες και είσαι στην Καλιφόρνια… Πράγματα που ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτα τριάντα χρόνια πριν. Ποιος βοσκός θα κοτούσε να περάσει το «φράγμα της ανάπτυξης»; Και πόσο παράταιρο θα ήταν στα μάτια των περισσότερων τα πρόβατα να κολυμπάνε ανάμεσα σε πρώιμους Γερμανούς τουρίστες που κάνουν γυμνισμό ως «επιστροφή στη φύση» ερήμην της φύσης και –αλίμονο– ερήμην όσων την ξέρουν καλύτερα από τον καθένα, δηλαδή των βοσκών; Ίσως η κουβέντα του βοσκού που ρώτησα να μεταφέρει συγκεκαλυμένο όλον αυτόν τον εκτοπισμό από τη ζώνη της παραλίας. Η ουσία είναι ότι, πηγαίνοντας μετά προς την Πλάκα, διασχίζοντας μεγάλη απόσταση πάνω σε παραλιακό χωματόδρομο δεν είδαμε ούτε ένα προβατάκι για δείγμα…

Όσα γίνονταν στο νησάκι της Παναγιάς Παρθένας ήταν πραγματικά συγκλονιστικά. Τα λόγια είναι φτωχά. Ή νιώθεις, ή δεν νιώθεις. Ή βιώνεις όλη αυτήν την ενέργεια που καθένας από τους προσκυνητές (βοσκοί οι περισσότεροι ή απόγονοι βοσκών) κουβαλά ή δεν την βιώνεις. Από κοντά και κάποιοι άσχετοι, όπως εμείς, και κάποιοι λίγοι τουρίστες. Προσφορά… ευχές… Μια κατάνυξη που δεν έχει έρεισμα σε έναν μπαμπούλα -έξω και πέρα από μας- Θεό, άλλα σε μια θεϊκή δύναμη που είναι και αυτός βοσκός. Που είναι δίπλα σου στον μαζωμό, όταν αρμέγεις, όταν τυροκομάς, όταν αγωνιάς για το κοπάδι σου… Αυτός ο Θεός λατρευόταν στο νησάκι. Ο άλλος, ο Εβραίος με τις γενειάδες, είναι μια επιφάνεια πρόσφατη, ρηχή και ξένη… Σκέψεις όπως αυτές έκανα όταν με έψηνε ο ήλιος περιμένοντας το καΐκι να μας περάσει απέναντι, αποτιμώντας, παράλληλα, το υλικό που προέκυψε. Τα πλάνα που τράβηξε ο Ανδρέας, με τον κόσμο να προσκυνά, να ανάβει κεριά, να παίρνει ξύγαλα, να παίρνει μεζέδες, μακρινά, κοντινά, σε τριπόδι, στο χέρι…

Όλοι μας είχαμε βγάλει τη μπέμπελη από τη ζέστη. Το μπάνιο ήταν κάτι παραπάνω από επιβεβλημένο. Ωστόσο ο Αντρέας δεν το χάρηκε, καθώς είχε πρόβλημα με το στομάχι του και εγώ δεν ήθελα να μπω για να έχω το νου μου μήπως μας πάρει ο Τάσος για να πάμε σ’ έναν μαζωμό. Χαλάρωση… Ήλιος… Θάλασσα… Διάχυση του ήχου στην εικόνα και της εικόνας στον ήχο… Το κύμα να σκάει και ο παφλασμός του να ταξιδεύει στον αέρα, καθώς το νερό το ρουφούσε η χοντρή άμμος. Στιγμές αφαίρεσης. Κυκλάδες. Φως…






Κατά τις δύο ξεκινήσαμε. Μίλησα με τον Τάσο. Ήμασταν καλεσμένοι στο μαζωμό του «Τραμπούκου» στην Αγιασό. Ο Γιώργης είναι ο ιδιοκτήτης μιας σύγχρονης τυροκομικής μονάδας και ως εκ τούτου σχετίζεται με πολλούς από τους βοσκούς του νησιού. Το γλέντι γινόταν στο σπίτι της οικογένειας, που βρίσκεται μέσα στον μαζωμό. Φτάσαμε εκεί κατά τις τρεις το μεσημέρι. Ο κόσμος καθόταν ήδη στο τραπέζι. Ηρεμία και τάξη. Η πρώτη εντύπωση ήταν ότι οι εποχές μπορεί να άλλαξαν, τα μέσα μπορεί να εκσυγχρονίστηκαν, όπως στην περίπτωση του Γιώργη, ωστόσο η ατμόσφαιρα που επικρατούσε θα μπορούσε να έχει λάβει χώρα σε κάποιον απόμερο μιτάτο βοσκού, πριν από πολλά-πολλά χρόνια. Η γιαγιά, οι κόρες, οι νύφες, ο γιος να σκίζονται για να εξυπηρετήσουν τον κόσμο. Βραστό κρέας… Εξαιρετικά βρασμένο, να λιώνει στο στόμα… Τυριά… ξινομυζήθρα και αρσενικό χλωρό. Κρασί… το γνωστό, λιαστό, βαρύ, κόκκινο ναξιώτικο κρασί που το ξέρω και με ξέρει… Κάθε γουλιά του είναι και μια έκρηξη που γαργαλάει τους σιελογόνους αδένες και τον ουρανίσκο, αφήνοντάς σου μια συγκεκαλυμμένη γλύκα στην επίγευση… Μου είναι αδύνατον να μη συνδέσω μέσα μου αυτό το κρασί με αυτά τα μαγικά τυριά… το αρσενικό (όσο είναι χλωρό αλλά και ξερό καλό είναι, θυμίζοντας έντονα την παρμεζάνα), αλλά κυρίως το ξινότυρο! Την πιο μαγική γεύση τυριού που έχω δοκιμάσει ποτέ! Και μέσα σ’ όλα αυτά, ας προσθέσει κανείς και την τσαμπούνα. Για μένα το ξινότυρο ή το αρσενικό, το ναξιώτικο κρασί και η τσαμπούνα είναι μια ενιαία, ομοούσιος και αδιαίρετος τριάδα!..





Κοίταζα το τραπέζι. Άνθρωποι από διάφορα ορεινά χωριά να κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον, να τρώνε και να πίνουνε. Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω… Μου είναι πολύ συνηθισμένο να βλέπω τον καθένα στον κόσμο του, να ταΐζει και να ποτίζει το υπερεγώ του, σταθμίζοντας την κάθε πράξη του ανάλογα με τον σχεδιασμό και το συμφέρον του. Εδώ όμως ήταν κάτι ολότελα διαφορετικό. Ένιωθα ότι καθένας από αυτούς αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως ένα φύλλο από ένα τεράστιο δέντρο. Υπήρχε μια χαλαρότητα αλλά και μια τάξη. Ίσως είμαι ρομαντικός. Ίσως αγαπάω αυτούς τους ανθρώπους χωρίς να μπορώ να εξηγήσω γιατί. Ίσως σε αυτούς να βλέπω τον παππού μου, τον Χαρίτο, και τον προπάππου μου το γέρο-Νικολάκη που δεν γνώρισα. Αυτό που με μάγεψε ήταν όλη αυτή η «αύρα» που εξέπεμπαν αυτοί οι άνθρωποι. Οι περισσότεροι από αυτούς, θεριά! Να πιάσουν την πέτρα και να τη στύβουν… Πραγματικοί άντρες!.. Να τους βλέπεις να εκπέμπουν μια αρχοντιά ζηλευτή… Ο τρόπος που μιλούσαν… Που εύχονταν στους νοικοκυραίους... Που γελούσαν… Ένα πραγματικό πιγκ-πογκ προσφοράς, φιλοξενίας, ανιδιοτέλειας και αφτιασίδωτης ευγένειας.

Όταν άρχισε το γλέντι κατάλαβα ότι δεν ήμουνα εγώ ο ρομαντικός… Έβλεπα αυτά τα θεριά, τους ψημένος από τον ήλιο και τις βροχές ανθρώπους, που τα χέρια τους είναι σαν τανάλιες, να πιάνουν τις τσαμπούνες τους. Πότε ο ένας, πότε ο άλλος. Να ήταν, άραγε, το αντίδωρο των φιλοξενούμενων προς τους νοικοκυραίους; Να ήταν η συμπύκνωση της ψυχής του καθενός, δουλεμένη με τα χρόνια πάνω στην τσαμπούνα, η οποία μοιραζόταν στην παρέα όπως το ξύγαλα και το αρσενικό; Μήπως ήταν το «Εγώ» που συναντούσε το «Εμείς» και υπήρχε μόνον γι’ αυτό και χάρις σ’ αυτό; Σκέψεις… εικόνες… αισθήματα… κρασί… αρσενικό τυρί… η τσαμπούνα από χέρι σε χέρι… τραγούδια… κοτσάκια… χοροί… και πάλι τραγούδια… και πάλι αλλαγή τσαμπούνας και ξανά τα ίδια… Το τουμπάκι να καρφώνει σαν με σφυριές σκέψεις, ενδοσκοπήσεις, προβληματισμούς, εικόνες και ανθρωπιά στο μυαλό μου… Αλίμονο… Ήταν υπερβολικά πυκνό για μένα αυτό που βίωνα. Με ξεπερνούσε… Έβλεπα μπροστά στα μάτια μου καθέναν από τους συνδαιτυμόνες να είναι μια ιστορία από μόνος του. Δεν ήταν όλοι βοσκοί, φυσικά. Ήτανε και άλλοι οι οποίοι είχαν αναμνήσεις από τη βοσκοσύνη και ένιωθαν να βρίσκονται στο οικείο τους περιβάλλον. Όλες αυτές οι ιστορίες ανθρώπων έπλαθαν μπροστά στα μάτια μου μια συλλογική αφήγηση, όπως τα ρυάκια που ενώνονται σε έναν ορμητικό χείμαρρο. Δεν μπορούσα, δεν είχα την δύναμη να «αποδομήσω»-αναλύσω-ερμηνεύσω όλα αυτά που έβλεπα. Μπορούσα μόνο να αφεθώ σε αυτά να με διαπεράσουν και να με παρασύρουν. Έκσταση… μέθεξη… προβληματισμός... ενδοσκόπηση. Τι δουλειά έχω εγώ σε αυτό το τραπέζι; Με ποιο δικαίωμα μεταλαμβάνω «τα σα εκ των σων», τη στιγμή που δεν έχω βιώσει στο πετσί μου το μόχθο και την αγωνία του βοσκού; Δεν ξέρω τι σημαίνει να τιθασεύεις τη γη. Δεν ξέρω τι σημαίνει να «μιλάς» με τα ζουλοπρόβατα. Παραείμαι «χάρτινος» σε σχέση με αυτά τα θεριά…










Από τις σκέψεις και την αγωνία μου με έβγαλε η Μαρία, φιλόλογος και λαογράφος. Ο λόγος της στρογγυλός, μετρημένος, συγκροτημένος, επιστημονικός. Την απέσπασα για λίγο από την παρέα και της πήραμε μια μικρή συνέντευξη. Μου έδωσε να καταλάβω τι σημαίνει για έναν βοσκό των παλαιών καιρών, που ζούσε μέσα στη φύση, για μια μέρα, της Πληθερής, να δίνει «αντίδωρο» για όλα όσα η φύση του προσφέρει όλο το χρόνο. Πόσο «μαγικό» και «οργιαστικό» είναι όλο αυτό αλλά και πόσο ενταγμένο στον φυσικό κύκλο και στην έννοια του μέτρου. Παίρνεις όλο το χρόνο από τη φύση, και τη μέρα της Πληθερής δίνεις πίσω στους συνανθρώπους σου. Έτσι, εξασφαλίζεις το δικαίωμα η φύση να σου δώσει πάλι και για την επόμενη χρονιά τα δώρα της. Μου έλεγε και άλλα… Πρέπει να τα ξανακούσω και να τα μελετήσω… πολύ σημαντικά πράγματα, μέσα από τον επιστημονικό της λόγο. Εμένα, όμως, όσο μου τά ‘λεγε, καρφωνόταν ολοένα και βαθύτερα στο μυαλό μου η λέξη «προσφορά», όπως και οι λέξεις «ανθρωπιά» και «μέτρο» μέσα από τα χτυπήματα του τουμπιού. Συνειδητοποίησα ότι μέσα από μια προσφορά τέτοιου τύπου αποφεύγεις την ύβρι… Ο βοσκός έχει επίγνωση ότι αποτελεί μέρος ενός κύκλου και ενός οικοσυστήματος. Δίνει, για να πάρει… Το «Δώρο» του Μαρσέλ Μως στο μυαλό μου… Πόσο διαφορετική αντίληψη από τη στεγνή οικονομικίστικη προσέγγιση που αντιμετωπίζει τη γη και τη φύση ως λάφυρο… Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, όλα όσα γίνονταν σε αυτό το τραπέζι ήτανε περιττά: «Μα, τόσα ζώα σφάχτηκαν για ένα γλέντι», «Μα, τόσα τυριά», «Μα, τόσα έξοδα». Τι να απαντήσεις; Μάλλον το περίφημο «πού να σου εξηγώ» που είχε πει κάποτε ο Μπιθικώτσης. Εγώ πάντως, έβλεπα τον Γιώργη, τον νοικοκύρη, να παίζει την τσαμπούνα του και ο πραγματικός του πλούτος «μάτι να μην τον πιάνει», όπως λέγανε κάθε τόσο στο τραπέζι, ήταν τα τρία παιδάκια του που ζουζούνιζαν και έπαιζε το καθένα από ένα τουμπάκι, προσπαθώντας να μπουν στο πνεύμα του γλεντιού. Η τυροκομική μονάδα και το εμπόριο μπορούν να περιμένουν. Σήμερα είναι της Πληθερής!





Δεν ήμουνα ο μόνος που έκανε αυτές τις σκέψεις και ένιωθε αυτό το δέος… Από κοντά και ο Τάσος, που επέλεξε ως πατρίδα και τόπο κατοικίας τις Κυκλάδες πριν τριάντα χρόνια, ο οποίος έχει περπατήσει και χαρτογραφήσει το κάθε μονοπάτι σε κάθε νησάκι. Τον έβλεπα να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ποιμενικής αυτής τελετουργίας, ως σαρξ εκ της σαρκός της. Πραγματικά, αδυνατώ να γράψω γι’ αυτόν τον άνθρωπο! Είναι από αυτούς τους περιηγητές που μπορεί να αφουγκραστεί τον κάθε βοσκό, μπορεί να «ακούσει» τις φωνές από τις πέτρες, να διαβάσει τα βιβλία διαγώνια και ανάμεσα στις γραμμές και να έχει μια ματιά που συμπυκνώνει τις εμπειρίες μιας ζωής γεμάτη Αιγαίο. Το αληθινό Αιγαίο, όμως… Τις ίδιες σκέψεις φαίνεται ότι μοιραζόμασταν και με τον Ψαροστέφανο. Μου έκανε τρομερή εντύπωση που αυτός ο άνθρωπος, ο μερακλής, καθόταν σιωπηλός και ακίνητος στο απέναντι πεζούλι. Ήθελε να τους βλέπει όλους και να τους ακούει όλους… Λες και ρούφαγε την ενέργεια της παρέας, τη φιλτράριζε μέσα του και βίωνε την κάθε κίνηση, την κάθε δαχτυλιά της τσαμπούνας, το κάθε κοτσάκι… Μόνος, σε μια γωνία, σιωπηλός… Πλησίασα… ήταν δακρυσμένος… Σήκωσα τη μηχανή και τον έβγαλα μερικές φωτογραφίες… απομακρύνθηκα για να μην βεβηλώσω αυτές τις μοναδικές στιγμές.

Όλοι είχαμε πιεί…  Ξαφνικά, εκεί που μιλάγαμε, το κρασί έκανε το στόμα ενός να ανοίγει και να μην κλείνει. Να διαλαλεί πως στον Τάσο οφείλουμε τα πάντα! Πως οι τσαμπούνες δεν θα είχαν πάρει νέα πνοή αν δεν ήταν αυτός. Πως τα βοσκοκόπελα στο Φιλώτι παίζουν και πάλι τσαμπούνες. Όλα αυτά μ’ έναν ένθεο παροξυσμό, υπαγορευμένο από το κρασί, τη μουσική και τη μέθεξη της παρέας. Δεν θα άλλαζα κάτι. Ο φίλος αυτός με έβγαλε από την αδυναμία να μιλήσω για τον Τάσο…

Παραζάλη… Κάτι ο πρωινός ήλιος, κάτι το κρασί, κάτι η μέθεξη του γλεντιού. Από τη μια θεωρία δικτύων και η θεωρία της επιτέλεσης να προσπαθούν να προσφέρουν εργαλεία για να κατανοήσω και να ερμηνεύσω αυτά που βίωνα και από την άλλη όλα αυτά τα θεριά να λειτουργούν σαν μικρά παιδιά. Είχαν φτιάξει έναν μικρό κύκλο εξακοντίζοντας κοτσάκια ο ένας στον άλλον. Κάθισα σε μια άκρη… άκουγα… ρουφούσα ό,τι μπορούσα με όλες μου τις αισθήσεις. Γαλήνη… Διάλυση αμφιβολιών και προβληματισμών. Η θέση μου ήταν στο γλέντι! Παράτησα τη γωνιά μου και μπλέχτηκα μέσα στην παρέα με τα κοτσάκια. Κάποια στιγμή, ξεφούρνισα κι εγώ ένα, για την περίσταση:

Του χρόνου, μέρα Πληθερή,
για κάθε φύλλο κι ένα αρνί

Είχα ενωθεί μαζί τους…




Καλώς ήλθατε στα "Ανθολογήματα"

Καλώς ορίσατε στο blog του Χάρη Σαρρή.

Μοιράζομαι μαζί σας γραφτά για τη μουσική, κείμενα, φωτογραφίες, σκέψεις και ό,τι άλλο βάλει ο νους και η φαντασία μου!