Βρίσκομαι πλέον στην Αθήνα, στο γραφείο
μου. Μετά από μια εβδομάδα γεμάτη ήχους, εικόνες, συναισθήματα, σκέψεις, αναστοχασμούς
και 3000 χιλιόμετρα οδήγησης... Επιστρέφω από το 4ο Σεμινάριο Εβρίτικης
Γκάιντας. Επιστρέφω χαρούμενος και πλήρης. Δόξα τω Θεώ... Το εισέπραξα σε κάθε
βήμα. Σε κάθε μάθημα. Σε κάθε γλέντι... Μέσα από την επαφή με παλαιούς και
νεότερους φίλους. Είναι αυτό το μοναδικό αίσθημα ότι πραγματικά άξιζε τον κόπο.
Όποτε σκέφτομαι για το Σεμινάριο μου
έρχεται στο μυαλό η παροιμία που λέει: "Έχουμε το λεμόνι, ας κάνουμε τη
σούπα". Το "λεμόνι" στάθηκε ο ξενώνας του Δήμου Διδυμοτείχου.
Ένα καταπληκτικό διώροφο ξυλεπένδυτο κτήριο των αρχών του 20ου αιώνα, το οποίο
έχει ανακαινιστεί και χωρά μέσα πάνω από είκοσι κρεβάτια. Πριν τέσσερα χρόνια,
λοιπόν, εκεί που συζητούσαμε με τον Σαρσάκη, τον Δεντσίδη, τον Συναπίδη, τον
Χατζιάρα και τους άλλους, έπεσε η ιδέα για να διοργανώσουμε ένα σεμινάριο για
την γκάιντα. Η ιδέα άρεσε πολύ στα παιδιά, ωστόσο ο δισταγμός ήταν εύλογος.
Συζητήσεις επί συζητήσεων, σκέψεις, προβληματισμοί... Πώς να διδάξεις ένα
όργανο σαν την γκάιντα; Ένα όργανο που έχει τόσο λατρευτεί αλλά και λοιδωρηθεί;
Που είναι το σύμβολο ενός ολόκληρου κόσμου, από τον οποίον, τα μεταπολεμικά
χρόνια, όλοι ήθελαν να φύγουν τρέχοντας; Πώς να διδάξεις ένα όργανο, για το
οποίο οι παλαιότεροι έχουν μια δύσκολα ερμηνεύσιμη -σε πρώτο επίπεδο- αμφίθυμη
σχέση; Από τη μια, δείχνουν να το υποτιμούν, ενώ από την άλλη αρκούν οι πρώτες
νότες του για να κάνουν τα μάτια τους να βουρκώνουν; Και μέσα σ' όλον αυτόν τον
κόσμο εγώ, ο οποίος στον Έβρο έπεσα με αλεξίπτωτο, άγνωστος μεταξύ αγνώστων,
και αξιώθηκα να βιώσω τον μαγικό του ήχο και να τον μελετήσω... Πώς λοιπόν να
διδάξεις την γκάιντα;
Εδώ αρχίζει η ιστορία των σεμιναρίων. Για
το στήσιμό τους ανακατεύτηκε η εμπειρία μου από την έρευνα της περιοχής, η
θητεία μου στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής της Άρτας, η καλή διάθεση
όλων, η εν λευκώ σύμπλευση όλων των παππούδων γκαϊντατζήδων και φυσικά η
τύχη!.. Το στοίχημα, με απλά λόγια, είναι να βρεθεί κοινός τόπος ανάμεσα στους
παππούδες γκαϊντατζήδες της περιοχής και στους νεότερους γκαϊντατζήδες, οι
οποίοι συνήθως δεν κατάγονται από τον Έβρο και δεν έχουν κάποια βιωματική σχέση
με την περιοχή. Έτσι, στις δράσεις του Σεμιναρίου υπάρχουν τα αλληλοδιδακτικά
εργαστήρια, όπου οι νεότεροι γκαϊντατζήδες παίζουν μεταξύ τους υπό την
καθοδήγηση κάποιου πιο δεξιοτέχνη. Οι συμμετέχοντες χωρίζονται σε ομάδες με
μικρό αριθμό μελών και κάθε μισή ώρα περίπου οι ομάδες εναλλάσσονται, ώστε να
παίξουν όλοι με όλους. Υπήρξαν και εργαστήρια για τελείως αρχάριους. Άλλη δράση
είναι το μάθημα με παλαιό γκαϊντατζή: εκεί έχουν την ευκαιρία να τον ακούσουν,
να εστιάσουν στα χέρια και στις ιδιαίτερες τεχνικές του, να βιντεοσκοπήσουν αν
το επιθυμούν και, φυσικά, να παίξουν όλοι μαζί στο τέλος. Παράλληλα γίνονται
και ειδικές διαλέξεις ή συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης όπως έγινε εφέτος, με
ειδική θεματολογία κάθε φορά. Όλα αυτά γίνονται στον χώρο του σεμιναρίου. Κάθε
βράδυ γίνεται "εφαρμογή" σε γλέντια που οργανώνονται σε διαφορετικό
κάθε φορά χωριό, ώστε από τη μια να γίνεται "διάχυση" του Σεμιναρίου
στα χωριά, από την άλλη να ξεφεύγουμε από την στείρα διδασκαλία και να βλέπουμε
πώς αυτά που λέμε εφαρμόζονται στον πραγματικό κόσμο. Και το σημαντικότερο: όλα
τα παραπάνω λαμβάνουν χώρα σε μια ατμόσφαιρα "κοινότητας" μια και η
συμβίωση στον ξενώνα φέρνει κοντά ανθρώπους με διαφορετικό υπόβαθρο και
καταγωγή, και διαφορετικές εμπειρίες. Για πέντε ημέρες όλοι λειτουργούμε ως μια
κοινότητα. Μέσα στην κοινότητα αυτή γίνεται η πιο ουσιαστική δουλειά και είναι
ό,τι πιο πολύτιμο, κατά τη γνώμη μου, έχει να προσφέρει αυτό το Σεμινάριο: την
άτυπη μάθηση. Μια ιδιαίτερα γόνιμη ατμόσφαιρα η οποία υπάρχει τόσο στις
"γκαϊντοκουβέντες" που υπάρχουν παντού, όσο και στις ατελείωτες
συζητήσεις στην αυλή του ξενώνα, οι οποίες κρατάνε μέχρι τις πρώτες πρωινές
ώρες... Στόχος του Σεμιναρίου δεν είναι να δημιουργήσει δεξιοτέχνες του
οργάνου. Δεν είναι δυνατόν να μάθει κανείς γκάιντα σε πέντε μέρες... Στόχος του
Σεμιναρίου είναι να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε να κατανοήσουν όσο το
δυνατόν περισσότεροι την γκάιντα και τον κόσμο της. Να λειτουργήσει ως ο
ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στους παππούδες και στους νεότερους/ξένους. Το
Σεμινάριο χαρακτηρίζεται από μια "κειμενικότητα". Που θα πει ότι τα
πάντα είναι δομημένα έτσι, ώστε όποιος παρακολουθήσει όλες τις δράσεις του να
έχει αποκομίσει μια σφαιρική εικόνα για την γκάιντα, τους ανθρώπους της και τις
μουσικές της. Πάνω απ' όλα, όμως, φιλοδοξία μας είναι η ετήσια αυτή συνάντηση
να λειτουργήσει ως μια μετα-κοινότητα, μέσα από την οποία το όργανο θα
αποκτήσει νέα ζωή.
Έτσι, λοιπόν, και εφέτος έλαβε χώρα το
Σεμινάριο. Τη φορά αυτή τα μαθήματα έγιναν στο 1ο Δημοτικό Σχολείο
Διδυμοτείχου. Ένα καταπληκτικό κτήριο, ό,τι καλύτερο για διδασκαλία, το οποίο
εγκαινιάστηκε το 1911. Το παρακολούθησαν τριάντα άτομα: δεκαπέντε
γκαϊντατζήδες, τέσσερις λυράρηδες, τρεις καβαλτζήδες και αρκετοί ακροατές.
Ανάμεσα στους συμμετέχοντες και ο καθηγητής Γιάννης Πραντίσδης, ο οποίος ήρθε
για δεύτερη φορά, τη φορά αυτή μαζί με τον γιο του, Δήμο. Η συμβολή τους ήταν
καθοριστική, τόσο στις συζητήσεις, όσο και στην εκδρομή που οργανώθηκε την
τρίτη ημέρα, όπου επισκεφτήκαμε το χωριό Ακ Μπουνάρ, στη Βουλγαρία. Θέλω ακόμα
να μνημονεύσω την ιδιαίτερα σημαντική προσφορά του γκαϊντατζή Στέργιου
Ματακάκη, παλαιού φοιτητή μου από την Άρτα, ο οποίος συντόνισε τα
αλληλοδιδακτικά εργαστήρια χάρις στη γνώση και την εμπειρία του και κέρδισε τον
σεβασμό όλων, παλαιότερων και νεότερων. Τέλος, όσα και να πω για τη φίλη και
συνοδοιπόρο μου, Σμαράγδα Διακογιάννη, είναι λίγα. Στη Σμαράγδα χρωστάμε όλοι
μας την οργάνωση και τον συντονισμό, χάρις στον σπάνιο συνδυασμό αγάπης και
ανιδιοτελούς προσφοράς που τη χαρακτηρίζει!
Γκαϊντατζήδες στα θρανία!..
Το πρόγραμμα ήταν αυτό
Πρώτη ημέρα. Το πρωί έγινε μια γενική
εισαγωγή στο πνεύμα του Σεμιναρίου, στους σκοπούς και τους επιδιωκόμενους
στόχους και έγινε το πρώτο αλληλοδιδακτικό εργαστήριο ή η "ώρα της δημιουργικής
φασαρίας". Πρώτος -
πρώτος έδωσε το παρών ο Στρατής Γιαγτζίδης. Ο Πρόεδρος του Συλλόγου
"Ιωάννης Δούκας Βατάτζης", ο οποίος δεν έχασε ούτε λεπτό από το
Σεμινάριο!
Στρατής Γιαγτζίδης. Ο Πρόεδρος
Απόγευμα. Ασβεστάδες. Βάσει του
προγράμματος θα πηγαίναμε στις 6. Όλες τις ημέρες το είχα βάλει στις 6, με
σκοπό να κάνουμε και αντιφωνικό τραγούδι. Αυτό εκ των πραγμάτων δεν
λειτούργησε. Σε όλα τα χωριά οι γυναίκες μας είπαν να πάμε κατά τις 8, ώστε να
μην κάνει ζέστη. Χόρεψαν πρώτα "με το στόμα" και μετά πιαστηκαμε με
τις γκάιντες, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Η πρώτη βραδιά, στους Ασβεστάδες,
ωστόσο, σημαδεύτηκε από ένα απροσδόκητα ευχάριστο γεγονός. Στους συμμετέχοντες
ήταν και ο Ιωσήφ Τσομπανόπουλος, από τη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Έρχεται στην
Ελλάδα κάθε δύο χρόνια και, για δεύτερη φορά, συμμετέχει στο Σεμινάριο. Είχε
έρθει μαζί με την κοπέλα του, μια φίλη κι έναν φίλο του. Τα κορίτσια έμεναν σ'
ένα ξενοδοχείο. Το μεσημέρι, μετά το φαγητό, με σταμάτησε με λίγο δισταγμό και
με ρώτησε αν υπάρχει κάποιο τυπικό για το πώς θα μπούμε στο χωριό. Του είπα πως
όχι... Με ρώτησε τότε αν θα γινόταν να μπούμε εν πομπή, γιατί θα ήθελε να κάνει
πρόταση γάμου στην κοπέλα του... Ήταν πραγματικά απίστευτο! "Και βέβαια!
Συνεννοήσου με τη Σμαράγδα για τις λεπτομέρειες" του είπα. Έτσι κι έγινε.
Συγκεντρωθήκαμε όλοι μαζί στην είσοδο του χωριού. Στην πλατεία ο Πραντσίδης, ο
Θύμιος Ουλιανούδης και οι γυναίκες ετοίμαζαν την έκπληξη. "Θα σας κάνουμε
σήμα" με πήρε στο τηλέφωνο και μου είπε ο Θύμιος. Ο Ιωσήφ είχε πει στην
κοπέλα του να τον βιντεοσκοπεί, και καλά, και όταν θα μπαίναμε θα της έκανε
πρόταση. Έτσι κι έγινε. Μπήκαμε... Συγκαθιστό... η ανυποψίαστη κοπέλα να
βιντεοσκοπεί... Πάνω στο συγκάθισμα ο Ιωσήφ της παίρνει το κινητό από τα χέρια
και το αφήνει σε ένα τραπέζι. Γονατίζει μπροστά της, βγάζει το δαχτυλίδι και την
ρωτά αν θα τον παντρευτεί. Στο μεταξύ ή Λίτσα και οι γυναίκες τραγουδούσαν το
"Έβγα μάνι μ' να δεις ο γιος σ' τι σ' φέρνει", τραγούδι του γάμου.
Περιττό να πω τι έγινε εκείνη τη στιγμή... Η κοπέλα τα έχασε. Έκλαιγε. Όλοι μας
κλαίγαμε... Ζούσαμε ηρωικές στιγμές... Χορός... ξέσπασμα... Από μικροφώνου ο
Σύλλογος πρότεινε στον Ιωσήφ να γίνει κουμπάρος στον γάμο του.
Η βραδιά εξελίχτηκε όπως θα περίμενε
κανείς να εξελιχθεί στους Ασβεστάδες, από ανθρώπους που χορεύουν ακόμη και με
το δελτίο καιρού... Κουλουριάσματα μέχρι τελικής πτώσεως, τραγούδια, γκάιντες,
περιποίηση, φαγητό, ποτό... Μια αξέχαστη βραδιά που την οφείλουμε στο χωριό και
στον Σύλλογό τους, οι οποίοι γι' άλλη μια φορά μας αγκάλιασαν. Και είναι
πραγματικά πολύ ωραία να βλέπεις όλο το χωριό μονιασμένο να χορεύει και μέσα
στο χορό να πλεκόμαστε και όλοι εμείς. Το Σεμινάριο, λοιπόν, ξεκίνησε συμβολικά
με μια πρόταση γάμου.
Συμφωνία για γκάιντα και κινητά...
Χορεύοντας στην πλατεία των Ασβεστάδων
Χορεύοντας στην πλατεία των Ασβεστάδων
Χορεύοντας στην πλατεία των Ασβεστάδων
Μεταξύ φωτός και σκιάς στην πλατεία των Ασβεστάδων
Χορεύοντας στους Ασβεστάδες
Ασβεστάδες
Από τη θεωρία στην πράξη...
Ασβεστάδες
Ο πάππου-Θεοδόσης
Αγγίζοντας τον ήχο...
Αγγίζοντας τον ήχο...
"Το αγκάθι που τρυπά από μικρό του δείχνει" (παλαιά παροιμία)
Στους Ασβεστάδες
Δεύτερη ημέρα. Το πρωί, έλαβε χώρα μια
μικρή αλλαγή στο πρόγραμμα. Επειδή ο Γιάννης και ο Δήμος Πραντσίδης θα έφευγαν
την Παρασκευή το πρωί, σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να κάνουμε την Τρίτη την
συζήτηση για το ρεπερτόριο που είχε προγραμματιστεί για την Παρασκευή, ώστε να
μπορέσουμε να εκμεταλλευτούμε την παρουσία τους. Έτσι κι έγινε. Άρχισα εγώ να
μιλάω για τη διάκριση φωνητικού και οργανικού ρεπερτορίου, για την έννοια της
περιοδικότητας και την έννοια της παρατακτικότητας και το πόσο στενά
συνυφασμένη είναι η γκάιντα με τη διάρθρωση του παλαιού χορευτικού ρεπερτορίου
του οργάνου. Όταν ήρθε η σειρά του Πραντσίδη να μιλήσει είπε το εξής
χαρακτηριστικό: "Τόση ώρα ήταν σαν να μίλαγες για το χορό". Άρχισε
λοιπόν να μιλά για τα ίδια φαινόμενα που ανέπτυξα εγώ από τη σκοπιά της
συστηματικής μουσικής ανάλυσης και από τη σκοπιά της οργανολογίας, τη φορά αυτή
από τη σκοπιά του χορού. Πραγματικά μοναδική εμπειρία!
Στέργιος Ματακάκης, Δημήτρης Δεντσίδης
Το βράδυ πήγαμε στο Ελληνοχώρι. Η διάθεση
χαλαρή. Βέβαιοι ότι όλα θα λειτουργήσουν κανονικά. Τα ηχητικά μας φτωχά και
ταπεινά. Ένα μικρό μικτάκι που έπαιρνε δύο μικρόφωνα κι ένας μικρός ενισχυτής
για ηλεκτρική κιθάρα. Στην αρχή ο ήχος ήταν άστα να πάνε... Σταδιακά όμως,
χάρις στην εμπειρία και το πείσμα του Ματακάκη ο ενισχυτής τοποθετήθηκε ψηλά,
ώστε να ακούνε όλοι στην πλατεία, τα μικρόφωνα ρυθμίστηκαν έτσι ώστε να βγάλουν
τον καλύτερό τους εαυτό... Το αποτέλεσμα ήταν παραπάνω από ικανοποιητικό. Ο
κόσμος για δεύτερη φορά, τη φορά αυτή στο Ελληνοχώρι, χάρηκε, γλέντησε, χόρεψε
και οι γκαϊντατζήδες του Σεμιναρίου, μαζί με τους άλλους μουσικούς, συνέπραξαν
δημιουργώντας μια μεθυστική ατμόσφαιρα!..
Στο Ελληνοχώρι
Γκάιντες στο Ελληνοχώρι
Γκάιντες στο Ελληνοχώρι
Στην πλατεία στο Ελληνοχώρι
Στην πλατεία στο Ελληνοχώρι
Στην πλατεία στο Ελληνοχώρι
Την τρίτη ημέρα πήγαμε εκδρομή στο Ακ
Μπουνάρ, ένα χωριό της περιοχής του Καβακλί, στη Βουλγαρία. Ξεκινήσαμε το πρωί
από το Διδυμότειχο. Μπήκαμε Βουλγαρία κατά τις 11 και συνεχίσαμε για Καβακλί.
Μετά από μια σύντομη αναφορά για την ιστορία της πόλης από τον Γιάννη Πραντίδη,
περπατήσαμε στον κεντρικό πεζόδρομο και στα στενά. Προσπαθούσα με το μυαλό μου
να αναπλάσω αυτή την πόλη, όπου κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο, η οποία είχε
αστική ανάπτυξη και ανεπτυγμένο εμπόριο και γράμματα ήδη από τα μέσα του 19ου
αιώνα. Κτήρια μισοερειπωμένα, κατάλοιπα της προ-ανταλλαγής περιόδου, πλέκονταν
με σοσιαλιστικής αρχιτεκτονικής κιβωτιόσχημες πολυκατοικίες, γρανιτένιες
πλατείες με ρεαλιστικές απεικονίσεις και αγάλματα, αλλά και μετασοσιαλιστικά
σούπερ μάρκετ και καφετέρειες.
Το μάτι μου έπεσε σ' ένα μαγικό σπίτι, με
μπλέ πρόσοψη και αυλίτσα... Ο χρόνος είχε αφήσει ανεξίτιλα τα σημάδια του πάνω
του. Άφησα την ομάδα να προχωράει κι εγώ μπήκα δειλά-δειλά στην αρχή, πιο
θαρρετά στη συνέχεια, στην αυλή. Φωτογράφιζα με μανία... Δίπλα ήταν δυο-τρεις
εργάτες, μάλλον Κατσίβελοι, που ανακαίνιζαν το διπλανό σπίτι. Γνώριζαν καμιά
δεκαριά λέξεις στα ελληνικά και προσπαθούσαμε να συνεννοηθούμε από πού είμαι,
τι κάνω... Επιστράτευσα κι εγώ όσα ελληνικά, αγγλικά, τούρκικα και ρομανί
γνώριζα και προσπαθούσαμε να βγάλουμε άκρη. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ήταν
αυτό που με έκανε να θαυμάζω σε αυτό το μισογκρεμισμένο σπίτι. "Καλό
σπίτι, ε;" Με ρωτάγανε μισοειρωνικά, μισοσοβαρά, μισοαστεία. "Καλό,
καλό", απαντούσα. Η ίδια ερώτηση μετά: "Καλό σπίτι, ε;"
"Ναι, ναι", απαντούσα. Και φωτογράφιζα... Όταν γύρισαν και οι άλλοι
τους πήρα σχεδόν με το ζόρι για να δουν αυτό το σπίτι. Τότε ο Πραντσίδης
θυμήθηκε ότι εκεί έμενε, όταν είχε πρωτοπάει στο Καβακλί, τέλη του '80, ένας
παππούς που προθυμοποιήθηκε να τους κεράσει μ' ένα κρασί καλό που είχε
καβαντζωμένο, ωστόσο ο φόβος για τις ερωτήσεις που θα πέρναγε στην Ασφάλεια στη
συνέχεια τον έκανε να μαγκωθεί... Πώς τα φέρνει η ιστορία...
Στην κεντρική πλατεία στο Καβακλί
Το σπιτάκι, όπως μας κρύβεται από το δρόμο
Η σκαλίτσα...
Από την εσωτερική αυλή
Από την εσωτερική αυλή
Η εσωτερική αυλή
Από την εσωτερική αυλή
Η πρόσοψη
Πρόσοψη
Πρόσοψη
Πρόσοψη
Πρόσοψη
Πρόσοψη
Το μπαλκονάκι...
Πρόσοψη
Πρόσοψη
Σοσιαλιστική περίοδος
Καφετεριάραα!!
Στην κεντρική πλατεία
Μετά το Καβακλί πήγαμε στο γυναικείο
μοναστήρι της Αγίας Τριάδας. Ένα πολύ σημαντικό προσκύνημα της περιοχής, το
οποίο αποτελούσε πόλο έλξης για τα γύρω χωριά στο πανηγύρι του. Ο Γιάννης μας
μίλαγε για τους χορούς που λάμβαναν χώρα εκεί κι εμείς απομέναμε να πασχίζουμε
να αφουγκραστούμε κάποιον απόηχο από τις γκάιντες και από τα τραγούδια μέσα από
το κελλάρυσμα του νερού στο διπλανό ποταμάκι. Καθαριότητα... Λουλούδια...
Ηρεμία... Τα ξύλινα μπαλκόνια, η μοναξιά και η ηρεμία να φέρνουν στο μυαλό
σκέψεις και αισθήσεις, να τις εξαγνίζουν και να τις εξαϋλώνουν προσφέροντάς σου
το ανεκρίμητο δώρο της γαλήνης... Σε λίγο βρήκαμε μια καλόγρια. Τη διακόψαμε
από τον μεσημεριανό της ύπνο και διαπιστώσαμε ότι δεν ήμασταν οι μόνοι στο
μοναστήρι. Μας άνοιξε την εκκλησία. Μπήκαμε να προσκυνήσουμε. Το φως στον
νάρθηκα γλυκό και υπερβατικό. Δεν μπορούσα παρά να παρακαλέσω τις δύο Μαρίες να
μου ποζάρυν για να τις φωτογραφήσω σε αυτό το φως... Αναχώρηση...
Η είδοδος του μοναστηριού
Έξω από το μοναστήρι
Μπαίνοντας...
Μπαίνοντας...
Το μουσειάκι
Εσωτερική άποψη
Ταφόπλακες με ελληνική γραφή
Η Σμαράγδα
Οι δυο Μαρίες
Στην αυλή
Στην αυλή
Στην αυλή
Η είσοδος του μουσείου
Επόμενη στάση, το Ακ Μπουνάρ. Ένα
ελληνοχώρι, 30 χιλιόμετρα από το Καβακλί. Οι παλαιοί μίλαγαν τα ρωμαίικα, τα
θρακιώτικα ρωμαίικα, τα οποία μοιραία έχουν επικαλυφθεί από τα Βουλγάρικα στις
μέρες μας. Μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει και με τα δικά μας τα θρακιώτικα που
έχουν εξαχνιστεί από το νεοελληνικό ιδίωμα; Τέλος πάντων... Πρώτη στάση το στο
εθνογραφικό μουσείο. Μια γεροδεμένη γυναίκα, λες και ήταν βγαλμένη από cult σοβιετική ταινία, ήταν η διευθύντρια. Μας
ξενάγησε στο μουσείο, το οποίο ήταν κάποτε το κονάκι του τοπικού μπέη. Οικιακά
σκεύη, φωτογραφίες, φορεσιές, μουσικά όργανα, πήλινα σκεύη, αλλά και
παλαιοντολογικά ευρήματα συνθέτουν το περιεχόμενό του.
Έξω από το Εθνολογικό Μουσείο
Ευτυχώς που δεν υπάρχει αντιπαροχή...
Η πυροστιά με την άλυσσο
Αισθητική, όχι αστεία!..
Πιάτα, λάμπες, κατσαρόλες, ράφια...
Πιάτα, πιατάκια...
Μπουρί γκάιντας
Αντρική φορεσιά με φλογέρα
Κιούπια, κεραμικά
Οικιακά σκεύη
Απολιθώματα
Η διευθύντρια, με τη
βοήθεια μιας φίλης, τραγουδίστριας, της Νταρίνα που μας μετέφραζε, μας μίλαγαν
για το χωριό, για την ιστορία, για τους κατοίκους. Όμως, εμένα τα μάτια μου
ήταν συνέχεια κολλημένα πάνω στη μπαμπω-Στάμω. Μια 94χρονη γιαγιά, με μυαλό
ξουράφι, η οποία μιλούσε
θρακιώτικα με λέξεις και εκφράσεις να χάνονται στο χρόνο και όλους εμάς να
προσπαθούμε να πιάσουμε το νήμα. Συναντήθηκε μετά από χρόνια με τον Γιάννη
Πραντσίδη. Χαιρετίσματα, ερωτήσεις για παλαιούς γνωστούς... Σαν να μην πέρασε
μια μέρα.
Γεννήθηκε πριν την ανταλλαγή. Τα μάτια της έχουν
δει πολλά... Τους Έλληνες να φεύγουν, τον Πόλεμο, 45 χρόνια σοσιαλιστικού
καθεστώτος και τώρα τη "δημοκρατία" της "ελεύθερης"
αγοράς... "Σε όσους με γνωρίζουν να πείτε ότι η μπάμπω ζει" μου είπε,
όταν την χαιρετούσα. "Θα το πω" της είπα. Έτσι, αποφάσισα να γράψω
αυτές τις γραμμές και ανεβάσω αυτές τις φωτογραφίες. Γιατί μαζί με τη μπάμπω
Στάμω ζει κι ένας ολόκληρος κόσμος, ο οποίος περιμένει ένα νεύμα για να βγει
στην επιφάνεια, να τραγουδήσει, να χορέψει και να αποτινάξει από πάνω του
πολέμους, καθεστώτα, μνημόνια και κάθε λογής κακό, που κηδεμονεύει την πρεπιά
και την ανθρωπιά μας. Η κραυγή της μπάμπως ηχεί πιο δυνατά από κάθε άλλη
φορά. "Ζω". Και όχι μόνον ζει, αλλά "ανθεί και φέρει κι
άλλο"...
Η μπάμπο-Στάμω
Το γεύμα σε μια ταβέρνα. Όλα πλουσιοπάροχα.
Η Νταρίνα, τραουδίστρια ειδικευμένη στα παραδοσιακά τραγούδια, μας τραγούδησε
στα ελληνικά κάποια τραγούδια που είχε μάθει από τη γιαγιά της. Τη συνόδευαν
δύο μουσικοί, ένας στην γκάιντα κι ένας στο ακορντεόν. Δεν μπόρεσα να
αποφύγω σκέψεις και προβληματισμούς... Πίσω από τη σκηνική παρουσία της Νταρίνα
και την άρτια κλασική τεχνική της, η οποία έχει εμβαπτίσει το βουλγάρικο
φολκλόρ ήδη από τα χρόνια του '50, βίωνα τον απόηχο ενός κόσμου, ο οποίος είχε
στηθεί για να προάγει το σοσιαλιστικό ιδεώδες με όχημα την μουσική. Θυμήθηκα
όσα γράφει ο Timothy
Rice και η Donna
Ann Buchanan για την Βουλγαρία και την "κολεκτιβοποίηση της
μουσικής". Η ατμόσφαιρα απέπνεε μια γλυκερή μελαγχολία. Μια μελαγχολία για
έναν κόσμο που υποτίθεται ότι στήθηκε σε νέες βάσεις χρησιμοποιώντας οικοδομικά
υλικά του παρελθόντος, για να καταρρεύσει στη συνέχεια με το πρώτο φύσημα του
ανέμου... Όταν πήραν τα παιδιά τα δικά μας τις γκάιντες είχαμε την ευκαιρία να
δούμε την άλλη όψη του νομίσματος. Την ελληνική περίπτωση, όπως αυτή
ξεδιπλώθηκε τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να πιάσει το νήμα από τους
παππούδες γκαϊντατζήδες, επιστρατεύοντας ωστόσο, μοιραία, και τις μουσικές
πληροφορίες που έρχονταν από τη Βουλγαρία. Οι Βούλγαροι μουσικοί άκουγαν τα
παιδιά, τα οποία δεν έχουν σχέση με τις εκεί ακαδημίες και κάτι σαν να σχολίαζαν.
Κουβέντες μουσικών... Εγώ, πάλι, από τη σκοπιά μου έβλεπα τις δύο σημερινές
εκδοχές δύο κόσμων, οι οποίοι έμελλε να αλλάξουν πορείες κατά τη σοσιαλιστική
περίοδο, για να ξανασυναντηθούν στη συνέχεια, όπως συναντήθηκαν, με ό,τι
ζητήματα προέκυψαν από την συνάντηση αυτή. Αυτό που ζούσαμε στην ταβέρνα του Ακ
Μπουνάρ ήταν ένα μέρος αυτής της συνάντησης... Στο μυαλό μου τριβέληζαν
διάφορα... Προσπαθούσα να ερμηνεύσω κάθε νότα... Η ανάλυση δικτύων προσπαθούσε
να μονοπωλήσει τη σκέψη μου, στερώντας μου ώρες ώρες τη χαρά να αφεθώ στους
ήχους και τις αισθήσεις. Έτσι... χωρίς όρους... χωρίς την επαγγελματική
διαστροφή του να προσπαθεί κανείς να δίνει ερμηνείες για κάθε τι. Με έσωσε η
φωτογραφική μου μηχανή. Άφησα τον ήχο κάπου στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και
άρχισα να φωτογραφίζω το χορό.
Η Νταρίνα και η Μαρία
Λαλώντας στο Ακ Μπουνάρ
Με την γκάιντα επ ώμου
Λαλώντας στο Ακ Μπουνάρ
Λαλώντας στο Ακ Μπουνάρ
Χορός στο Ακ Μπουνάρ
Επιστροφή στο
Διδυμότειχο αργά το βράδυ. Όλοι κουρασμένοι. Παρ' όλα αυτά, βγάλαμε πρόγραμμα
να προβάλουμε την ταινία "Γκάιντες λαλούν", για όσους δεν την είχαν
δει και να παραγγείλουμε πίτσες. Μετά θα ακολουθούσε συζήτηση. Η προβολή άρχισε
στις 11:30... Στη συνέχεια ο Γιάννης Πραντσίδης μας έδειξε αποσπάσματα από μια
συνέντευξή του με έναν παλαιό γκαϊντατζή από ένα χωριό της Βόρειας Θράκης και ο
Δήμος μας έβαλε ένα ηχογραφημένο απόσπασμα χιουμοριστικής παρλάτας στην
καβακλιώτικη διάλεκτο. Η συζήτηση που ακολούθησε, για τους ήρωες που άντεξαν
στο ξενύχτι, είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον. Θίχτηκαν ζητήματα που αφορούν την
ομογενοποίηση των τοπικών πολιτισμικών εκφάνσεων από την κεντρική-εξουσιαστική
κουλτούρα, θέματα τοπικών ιδιαιτεροτήτων και άλλα συναφή, για να καταλήξουμε
στο σήμερα: γιατί, δηλαδή, αξίζει να ασχολούμαστε με όλα αυτά... Οι
τοποθετήσεις πάρα πολλές. Όλοι πάντως συμφωνήσαμε ότι, αυτό που μας μαγεύει σε
όλα αυτά δεν είναι η διάθεση του φετιχιστή-μουσικού αρχαιολόγου, αλλά η
ανθρωπιά και η ανθρώπινη διάσταση που τα διακατέχει, τα οποία είναι πολύ
σημαντικά διδάγματα και καταφυγές για όλους εμάς τους ανθρώπους των
μεταμοντέρνων καιρών... Πήγαμε για ύπνο κατά τις 3 τα ξημερώματα.
Την Πέμπτη,
τέταρτη ημέρα του Σεμιναρίου, το πρωινό ήταν λίγο πιο χαλαρό, γνωρίζοντας ότι
όλοι θα ήταν κουρασμένοι από το ταξίδι. Ενώ το πρόγραμμα έλεγε 11, είπαμε να
βρεθούμε στις 12. Πήγαμε και πήραμε τον Πασχάλη από την Παταγή. Ήρθε στο
Σεμινάριο και άρχισε να παίζει... Εκεί ένιωσα όλους τους συμμετέχοντες να
ρουφάνε την κάθε νότα του... Να βιντεοσκοπούν με κινητά και τάμπλετ, τα
κάθονται σε μια γωνία και να αφουγκράζονται... Η βροντόφωνη γκάιντά του
κουδούνιζε στο κτήριο του σχολείου, δίνοντας διαφορετική υπόσταση σε κάθε ήχο, ο
οποίος πλεκόταν αρμονικά και γλυκά με όλους τους προηγούμενους και όλους τους
επόμενους. Ήταν το επίκεντρο της ημέρας. Ο Στέργιος ανέλαβε να κάνει ένα κοινό
εργαστήριο, όπου ο Πασχάλης τους δίδαξε έναν μαντιλάτο και ο Στέργιος τον
σταμάταγε κάθε τόσο, έγραφε στον πίνακα και όλοι μαζί έπαιζαν μαζί με τον
Πασχάλη. Χρειάστηκε να πεταχτώ σε μια δουλειά, αλλά όταν γύρισα έβλεπα στα
μάτια όλων ένα μίγμα άγριας χαράς και γαλήνης. Σαν να έχεις μόλις βιώσεις κάτι
μοναδικό, σαν να κατανοείς επιτέλους κάτι το οποίο μέχρι τώρα ήταν μέσα σ' ένα
σύννεφο, μακριά σου.
Ο Πασχάλης στο 1ο Δημοτικό Σχολείο
Πασχάλης Κιτσικούδης
Στιγμιότυπο δημιουργικής φασαρίας
Δημιουργική φασαρία
Δημιουργική φασαρία
Πασχάλης Κιτσικούδης
Πασχάλης Κιτσικούδης
Δημιουργική φασαρία
Γλέντι στη "Θρακιώτισσα"
Η συνέχεια στην
Θρακιώτισσα, την ταβέρνα που τρώγαμε. Ο Πασχάλης με τον Αστρούδη εκεί! Μόλις
φάγαμε, ο Πασχάλης, για να με ευχαριστήσει, έπαιξε την "Πέρδικα". Ένα
από τα αγαπημένα μου τραπεζικά τραγούδια. Ήταν η δικιά μου στιγμή μέσα στο
Σεμινάριο... Αφέθηκα... Τραγούδησα... Πίσω από κάθε λέξη έβλεπα εικόνες... Τους
φίλους που έκανα όλα αυτά τα χρόνια, τα ατελειώτα χιλιόμετρα μέσα στα μπαΐρια,
συναισθήματα, σιωπές, ξεσπάσματα... Και όλα αυτά να μετασχηματίζονται σε ήχους
και να γίνονται τραγούδι.
Μια πέρδικα 'πο το
βουνό και μια καλή τρυγώνα
σ' όλον τον κόσμον
γύνιρε σ' εμένα στέκει ν άγρια
έλα, έλα μαρ'
πέρδικα στο γόνα μ' για να κάτσεις
δεν έρχομαι ν
αφέντη μου στο γόνα σ' για να κάτσω
έχεις παιδιά πάρα
πολλά κι όλα ν αρβανιτούδια
θα βγούνε και θα
παινεθούν στ' άστρη και στο φεγγάρι...
Ξεκούραση... Το
βράδυ είχαμε να πάμε στο Ασπρονέρι.
Ασπρονέρι... Οι
άνθρωποι είχαν κάνει του κόσμου τις προετοιμασίες. Φαγητά, πιοτά, ηχητικά...
Απονομή τιμητικής πλακέτας στην εγγονή του Γιώργη Δεμερτζή, ο οποίος μας
κοίταζε από ψηλά... Πάνω όμως που άρχισαν οι γκάιντες ξεκίνησε μια απίστευτη
βροχή... Άρον άρον τα μαζέψαμε. Πήγαμε στον Σύλλογο, όπου έχει μια αίθουσα.
Μικρή μεν, αλλά κάναμε το γλεντάκι μας... Είχαμε πάει να πάρουμε και τον
Θεοδόση... Ευτυχώς η Βάσω είχε ομπρέλα μαζί της και πήρε τον γέροντα για να μη
βρέχεται. Ενώ το γλέντι είχε ανάψει, όλοι μας αναρωτιόμασταν: πού είναι ο
Θεοδόσης; Ο Δεντσίδης έφυγε ανήσυχος να τον αναζητήσει. Τον βρήκε, μαζί με τη
Βάσω, να λέει μασάλια με τις γυναίκες του χωριού σε ένα μαγαζί... Όλα καλά...
Στον Σύλλογο, στο Ασπρονέρι
Στον Σύλλογο, στο Ασπρονέρι
Στον Σύλλογο, στο Ασπρονέρι
Τα χέρια του Στρατή να οδηγούν
Χορεύοντας στο Ασπρονέρι
Θεοδόσης
Αγγίζοντας τον ήχο...
Το γλέντι ήταν
πάρα πολύ ωραίο... Ο κόσμος είχε απίστευτη όρεξη. Είχαν κάνει πολύ κόπο για να
το οργανώσουν. Τα κορίτσια είχαν προετοιμαστεί για να χορέψουν... Άλλωστε το
Ασπρονέρι έχει πολύ νέο πληθυσμό, ο οποίος διψά για τέτοια πράγματα. Η
στενοχώρια μου δεν κρυβόταν... Ωστόσο η βροχή είναι κάτι που δεν μπορείς να το
προβλέψεις... Παίξαν όλοι... Ήρθε και η σειρά του Θεοδόση... Όλοι σιώπησαν...
Αφουγκράζονταν... Όταν ετοιμαζόμασταν για να φύγουμε η κυρα-Δήμητρα,
τραγουδίστρια και μερακλίνα, ζήτησε να πει ένα τραγούδι. Είπε την
"Πέρδικα", η μελωδία της οποίας είχε ακουστεί και νωρίτερα...
Παραθέτω το βιντεάκι.
Τελευταία ημέρα
του σεμιναρίου. Ανάμικτα συναισθήματα. Χρωστάγαμε μια συζήτηση για οργανολογικά
ζητήματα. Έτσι μιλήσαμε για τις διαφορές της εβρίτικης γκάιντας (και της
παλαιάς γκάιντας εν γένει) με τις βουλγάρικες και τις νεότερες. Στο μεταξύ
ήρθαν ο Πασχάλης, ο Θεοδόσης και φυσικά ο Στρατής. Περάσαμε στη δημιουργική
φασαρία. Η Σμαράγδα να γράφει τα διπλώματα που δόθηκαν στους συμμετέχοντες.
Στρογγυλή σφραγίδα και υπογραφή του Δημάρχου και του επιστημονικού υπεύθυνου
(εμού δηλαδή...). Απονομή σε όσους θα έφευγαν. Το βράδυ συναυλία μπροστά στο
τζαμί.
Ετοιμάζοντας τα διπλώματα
Αναμνηστική φωτογραφία
Στα προηγούμενα
Σεμινάρια είχαμε επιλέξει για την καταληκτήρια συναυλία τον χώρο του Καλέ. Με
θέα όλη την πόλη φωταγωγημένη, ήταν πραγματική μαγεία. Ωστόσο, υπήρχε δυσκολία
στην πρόσβαση. Εφέτος αποφασίσαμε να γίνει στο Τζαμί. Στήθηκαν καρέκλες, πήραμε
ηχητικά τον Σωτήρη, ο οποίος έβγαλε έναν ομολογουμένως πάρα πολύ ωραίο ήχο. Απονομή
των διπλωμάτων. Στη συνέχεια, η συναυλία. Έπαιζαν όλοι, είτε κατά μόνας, είτε
σε σχήματα... Αγωνία να μην ξεχάσουμε κανένα... Η Σμαράγδα κι εγώ να στήνουμε
το πρόγραμμα
on the fly. Αγωνία να μην ξεχάσουμε κανέναν, αγωνία ώστε η συναυλία
να έχει ροή... Κατάληξη ο Πασχάλης, φυσικά... Σκηνές ροκ!.. Χορός...
Ξαλάφρωμα... Θυμάμαι τον εαυτό μου, στο τέλος, να παίρνει το μικρόφωνο και να
λέει: "Εδώ τελειώνει το 4ο Σεμινάριο Εβρίτικης Γκάιντας. Ραντεβού του
χρόνου, από 17 ως 21 Αυγούστου 2016, στο 5ο Σεμινάριο Εβρίτικης Γκάιντας. Να
είμαστε όλοι καλά!".
Μετά τη συναυλία
πήγαμε σε μια ταβερνούλα. Ένιωθα να χαλαρώνω και να ηρεμώ... Κουβέντες...
πρώτες αποτιμήσεις... απολογισμοί... Στα αφτιά μου ηχούσαν τα λόγια του φίλου
μου, Αλέξανδρου Αλεξανδρόπουλου, ο οποίος παρακολούθησε το σεμινάριο εφέτος για
πρώτη χρονιά: "Ήταν πολύ πάνω από τις προσδοκίες μου. Δεν ήταν σεμινάριο,
ήταν master class". Τα
λόγια αυτά με ταρακούνησαν και συνάμα με γέμισαν με χαρά αλλά και ευθύνη. Αν ήταν έτσι, αυτό
οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αγάπη και στην σύμπνοια των ανθρώπων που έλαβαν
μέρος. Στους φίλους που διαβίωσαν επί πέντε ημέρες στον ξενώνα, κάνοντας ένα
πρώτο βήμα κοινωνικοποίησης, πάνω στο οποίο πάτησαν τα μαθήματα και τα γλέντια.
Πάνω απ' όλα, όμως, η επιτυχία οφείλεται στους παππούδες γκαϊντατζήδες, οι
οποίοι και εφέτος αγκάλιασαν την προσπάθειά μας...
Από τη συναυλία στο τζαμί
Το ακροατήριο
Το ακροατήριο
Την τελευταία
βραδιά, μετά την Συναυλία, δεν το γνωρίζαμε. Την επόμενη το πρωί, όμως, μάθαμε
ότι το μεσημέρι της τελευταίας ημέρας του Σεμιναρίου γεννήθηκε η κορούλα του
Γιάννη Σαρσάκη, που την περιμέναμε από μέρα σε μέρα. Οι ευχές όλων μας μαζί
της! Έτσι, έκλεισε και συμβολικά ένα Σεμινάριο που ξεκίνησε με μια πρόταση
γάμου και ολοκληρώθηκε με μια γέννα. Θεϊκό σημάδι; Πιθανόν...
Οι απόηχοι του
Σεμιναρίου έρχονταν κάθε τόσο στο μυαλό μας και τις επόμενες ημέρες. Στη βόλτα
μας στην Αδριανούπολη, το Σάββατο, την επόμενη ημέρα της λήξης του Σεμιναρίου,
καθώς και στο μακρύ ταξίδι της επιστροφής στην Αθήνα μαζί με τη Σμαράγδα και
τον Δημήτρη. Ανάμεσα σε σιωπές, σαν να ήμασταν συντονισμένοι, ανακαλούσαμε ένα
περιστατικό, ένα αστείο, ένα συναίσθημα, μια διαπίστωση...
Αθήνα...
Επεξεργασία φωτογραφιών. Ανέβασμα στο facebook. Κάθε καρέ, κάθε like, κάθε κοινοποίηση
να ενεργοποιεί έναν ολόκληρο ωκεανό αισθήσεων. Ένα σύννεφο ενέργειας ικανό να
μας δίνει τροφή για τη χρονιά που έρχεται και να ζητά από εμάς να φανούμε άξιοι
και την επόμενη χρονιά να ανταμώσουμε, στο 5ο Σεμινάριο. Ωστόσο ο καιρός είναι
πολύς μέχρι τότε... Ήδη άρχισα να τρώγομαι και να προσπαθώ να μεθοδεύσω την
επόμενη επίσκεψή μου στον Έβρο μέσα στο χειμώνα. Υγεία να υπάρχει... Τον αγαπάω
πολύ αυτόν τον τόπο... Αγαπάω τους ανθρώπους, τους γκαϊντατζήδες, τις
γιαγιάδες, τους φίλους μου από το Διδυμότειχο... Λατρεύω την αυλίτσα στο
εργαστήριο του Σαρσάκη, τον ξενώνα μας, το τζαμί, τα μπαΐρια... Μα πάνω απ' όλα
λατρεύω την προσμονή της συνάντησης... Είναι σαν, με κάθε επίσκεψη, να
ξαναπιάνεις το νήμα και να ξαναζεις με ανθρώπους που έχεις μοιραστεί μύχιες
σκέψεις, συναισθήματα και αγωνίες. Στους ανθρώπους αυτούς χρωστάω τα μάτια που
βλέπω τον κόσμο! Όλα όσα έχουμε βιώσει είναι στιγμές ακριβές και γι' αυτό
μοναδικές. Ο πεζός λόγος αδυνατεί να τις περιγράψει. Μόνον μέσα από τα
τραγούδια μπορούν να περιγραφούν και μόνον όσοι είναι άξιοι μπορούν να τις
αποκωδικοποιήσουν και να τις νιώσουν.
Καράβι. Κατάστρωμα. Αύγουστος. Η Νάξος πίσω μας. Πρέπει να έχει 5-6 Μποφόρ. Ο βόμβος της μηχανής. Άνθρωποι να λιάζονται, να κοιμούνται ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα, να παίζουν χαρτιά, να σκαλίζουν κάποιο έξυπνο τηλέφωνο... Κι εγώ να γράφω σκόρπιες σκέψεις από το ταξίδι στην Νάξο.
Είχαμε πάει με τον Δημήτρη τον Κιτσικούδη στην Νάξο, καλεσμένοι από τον Πολιτιστικό Σύλλογο "Τα Φανάρια" και την Περιφέρεια. Στόχος να μιλήσουμε για την πρώτη φάση της έρευνάς μας, να μιλήσουμε για το τι έχουμε κάνει, να προβάλλουμε αποσπάσματα από το κινηματογραφημένο υλικό μας, να δείξουμε την ταινία με τον Τίγρη. Πήγε πάρα πολύ καλά. Στον κόσμο άρεσε. Οι ερωτήσεις ήταν πάρα πολύ ουσιαστικές και στοχευμένες, αναγκάζοντάς με να μιλήσω για ζητήματα μεθοδολογικά και επιστημολογικά. Ο Τίγρης ήταν εκεί! Ήταν να μην έρθει, γιατί τον είχαν στείλει στη Σέριφο, στο φεστιβάλ σουραυλιού, μαζί με κάποια κοπέλια από το Χωριό. Ωστόσο ο Τάσος έκανε το θαύμα του. Κινητοποίησε λυτούς και δεμένους. Πήρε το καράβι για Ίο, έμεινε σε γνωστούς του Μπάμπη του Τελετάρχη και την άλλη μέρα, με ταχύπλοο, ήρθε... και ήρθε στην ώρα του, πάνω που τελείωσαν οι ομιλίες και προβάλλονταν τα ταινιάκια. Θέλω να πιστεύω ότι αυτή ήταν μια από τις πιο ευτυχισμένες ημέρες της ζωής του Τίγρη. Μια προβολή της ταινίας μας στο χωριό του, με εκείνον να δρέπει τις δάφνες του πρωταγωνιστή και την αύρα της καταξίωσης και της αναγνώρισης.
Εγώ όμως δεν θέλω εδώ να μιλήσω γι' αυτά. Θέλω να μιλήσω για μια βόλτα που κάναμε σ' ένα μονοπάτι, μαζί με τον Δημήτρη. Πρέπει να ήταν μεσημεράκι, στις 4 Αυγούστου. Ξεκινήσαμε από τ' Απεράθου στο μονοπάτι που πηγαίνει στην Αγία Κυριακή. Ωστόσο δεν είχαμε χρόνο στη διάθεσή μας, γιατί θα πηγαίναμε να συναντούσαμε μια ομάδα παιδιών από την Κρήτη οι οποίοι θα έπαιζαν το βράδυ στην πλάτσα. Έτσι περιοριστήκαμε να πάμε μέχρι τον Αη Γιάννη τον Θεολόγο.
Μονοπάτι. Πετρόχτιστοι τοίχοι εκατέρωθεν ενός δρόμου που σημεία σημεία διατηρούσε το αρχικό μαρμάρινο στρώμα του και αλλού ήταν διαλυμένος από τα χρόνια. Καθώς προχωρούσαμε είχαμε στην αρχή τη σκιά από πουρνάρια και άλλα δέντρα, τα οποία έδιναν στο μονοπάτι έναν υπερκόσμιο συνδυασμό φωτός και σκότους, λάμψης και δροσιάς.
Στην αρχή της διαδρομής
Διασχίζοντας μια δίνη φωτός και σκιάς
Τα πόδια να κατηφορίζουν. Το μάτι όσο ξέφευγε από την πορεία να συναντά "τσι τόπους των Απεραθιτώ". Τράφοι, πετρόχτιστες δηλαδή πεζούλες για να δαμάζουν τη διάβρωση του εδάφους, δίνοντας μια κλιμκωτή μορφή στα βουνά και μετατρέποντας την πέτρα σε χωράφι, όπου κάποτε σπερνόταν και ποτιζόταν από τον ανθρώπινο μόχθο. Δέντρα...
Πότε άραγε να χτίστηκαν αυτά τα μονοπάτια; Πόσος ανρθώπινος κόπος, πόση αγωνία, πόσος αγώνας κρύβεται πίσω από αυτές τις πέτρες; Με πιάνει ρίγος σα σκεφτώ ότι αυτές οι στράτες είχαν χτιστεί από τα βυζαντινά κιόλας χρόνια, πιθανόν και πιο πριν, ώστε να διευκολύνεται η μετακίνηση των χωρικών αλλά και των στρατιωτών (εξ ου και το όνομα στράτα). Τότε που οι γαίες της Νάξου δίνονταν ως φέουδα, με μόνη υποχρέωση οι τοπικοί άρχοντες να διατηρούν άλογα για τον πόλεμο και να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να ριχτούν στη μάχη... Αυτά θυμάμαι, σα σε όνειρο, απ' όσα μας έλεγε ο Τάσος ο Αναστασίου όταν πηγαίναμε πριν δύο χρόνια στο Μερσίνι για να συναντήσουμε τον Τίγρη στον μαζωμό του... Δεν είμαι ιστορικός. Δεν ξέρω πώς φτιάχτηκαν τα μονοπάτια αυτά. Αυτό που ξέρω είναι ότι τα έχουν διαβεί ιππότες, κουρσάροι, ξωτάρηδες, αντάρτες... Και τώρα εμείς, με τον Δημήτρη, που προσπαθούμε να ψυχανεμιστούμε αυτόν τον τόπο.
Μια ξύλινη ταμπέλα στο δρόμο. Θεολόγος. Βγαίνουμε από το κύριο μονοπάτι και πάμε σε ένα παραμονοπατάκι. Κάπου όμως μπερδευόμαστε. Δεν μπαίνουμε σε μια ανοιχτή πόρτα, αλλά μπλεκόμαστε για λίγο σε ένα μονοπάτι που είχε πνιγεί από τα αγκάθια, τις αστιβίδες και τους ασπαλάθους.
Σε λίγο ο Δημήτρης φωνάζει. "Εδώ είναι". Μετά από λίγο περπάτημα φάνηκε
μπροστά μου. Ένα εκκλησάκι που έμοιαζε να είναι καμωμένο από τροχάλους,
με κάποια τοιχία αντιστήριξης σε μια πλευρά. Τα περάθυρα χτισμένα με
πέτρες εκτός από ένα-δύο. Η πόρτα ξύλινη. Το μάνταλο ανοιχτό.
Μπήκαμε...
Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή δεν κατάλαβα πού βρίσκομαι. Το έντονο φως από έξω, τα γυαλιά ηλίου που δεν με βοηθούσαν να δω στο μισοσκόταδο, το λαχάνιασμα... Ωστόσο στιγμή με στιγμή ένιωθα αυτό το πράγμα να αλλάζει. Έβαλα τα κανονικά μου γυαλιά. Τα μάτια άρχισαν να προσαρμόζονται στο νεο φως, που έμπαινε ταπεινα μέσα από τα μικρά παράθυρα και τη μισάνοιχτη πόρτα για να χαϊδέψει τους τοίχους και τις κολώνες και να σκιαγραφήσει πότε τον αδρό σοβά, πότε τις πέτρες και πότε κάτι αχνές χρωματισμένες επιφάνειες...
Τα μάτια μου πλέον είχαν συνηθίσει στο φως που υπήρχε στο εκκλησάκι. Ο χώρος χωριζόταν στα τρία. Το κεντρικό μέρος από τα αριστερά και τα δεξιά είχε κολώνες που σχημάτιζαν τόξα και χώριζαν το χώρο σε τρία κλίτη. Το έδαφος χωματένιο..Η οροφή καμπυλωτή. Τότε πρόσεξα κάτι που με σοκάρισε. Στην οροφή, στην πρόθεση και αλλού διατηρούνταν τοιχογραφίες. Υπολείμματα... Αλλού να έχουν εξαφανιστεί σε σημείο που να μην μπορείς να διακρίνεις τι απεικονίζουν και αλλού να διατηρούν ακέραιες τις μορφές. Δεν μπορώ να ξεχάσω τα μάτια μιας γυναικείας μορφής, πιθανόν της Παναγίας, να με κοιτάζει. Πρέπει να είναι από τις πιο γλυκές απεικονίσεις που έχω δει. Ένιωθα συνταραγμένος!..
Κάθισα για λίγο σε μια πέτρα. Τα μάτια μου πλέον πήγαιναν από τοίχο σε τοίχο, από κολώνα σε κολώνα, από την οροφή μέχρι το πάτωμα. Προσπαθούσα να κατανοήσω αυτό που έβλεπα. Να το χαρτογραφήσω μέσα μου. Να νιώσω κάθε χρώμα, κάθε απόχρωση, κάθε ακτίδα του φωτός. Αλίμονο! Ήταν ένα εκκλησάκι -απ' ό,τι έμαθα αργότερα του 11ου αιώνα- το οποίο ήταν αφημένο στην τύχη του! Να ρημάζει, χωρίς ίχνος συντήρησης και με το χωμάτινο έδαφος γεμάτο από βερβελίδες, δείγμα ότι το είχαν καταφύγιό τους τα ζώα της περιοχής. Και μέσα σ' όλα αυτά η μορφή της Παναγίας να με κοιτάζει. Σαν να μην την νοιάζει η εικόνα του χώρου. Άλλωστε τα μάτια της έχουν δει τόσα και τόσα τα τελευταία χίλια χρόνια...
Με ιερό ζήλο πήρα στα χέρια μου τη φωτογραφική μηχανή. Προσπαθούσα να αποτυπώσω την αρχιτεκτονική του χώρου, το φως, τις εικόνες, τις ανεικονικές παραστάσεις, τα τόξα... Γενικές λήψεις, λεπτομέρειες... Κάπου θυμάμαι είχα διαβάσει για την έκσταση που βίωνε ο Κόντογλου σε ξωκλήσια που πήγαινε και προσπαθούσε να αποτυπώσει στο χαρτί εικόνες σαν αυτήν της Παναγίας, που ένιωθα τα μάτια της να με ακολουθούν ό,τι κι αν έκανα.
Ο Δημήτρης καθόταν απέναντι. Σιωπηλός. Μεταξύ φωτός και σκιάς, να προσπαθεί κι αυτός να ρουφήξει το χώρο.
Κλικ... κλικ... κλικ...
Ήταν τόση η σιγή, που μπορούσα να ακούσω τα πάντα! Φωνές προσκυνητών, ψαλμωδίες, κουδουνάκια από θυμιατά, τραγούδια από πανηγύρια... Μύριζα το λιβάνι... Ένιωθα τα σύννεφα του καπνού να διυλίζονται στο φως και να σχηματίζουν συννεφένιους δρόμους ακολουθώντας τις ακτίνες του ηλίου. Άκουγα το μουρμουρητό από τις εξομολογήσεις. Ένιωθα την ανάσα των ξωτάρηδων και των προσκυνητών. Κλικ... κλίκ... κλικ...
Ξέρεις τι είναι να σε ζώνει όλη αυτή τη μαγεία κι εσύ το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να βγάζεις φωτογραφίες; Μα την αλήθεια, μόνον ένας ποιητής μπορεί να μιλήσει γι' αυτό που βιώναμε και να δώσει και στους άλλους να καταλάβουν τι πραγματικά είναι αυτό... Ένας Παπαδιαμάντης, ένας Κόντογλου, αλλά κι ένας βοσκός ποιητάρης, σαν τον Τίγρη... Οι άλλοι ας βγάζουν απλώς φωτογραφίες...
Έπρεπε να φύγουμε. Μονοπάτι... Ανηφόρα. Ξεκούραση στα πεζούλια και στα βράχια. Τα παιδιά μας περιμένανε. Γνωριμίες. Συζητήσεις φιλίας και αβροφροσύνης. Γέλια. Φιλία... Κουβέντες για τη μουσική. Όμως εμένα με έκαιγε αυτό που βίωσα. Το μυαλό μου γεμάτο εικόνες φωτός, σκιάς, χρωμάτων και πάνω απ' όλα μια γυναικεία μορφή να χαμογελά, με ένα χαμόγελο όχι λιγότερο αινιγματικό από αυτό της Τζοκόντας...
Ξεκούραση το μεσημέρι. Το απόγευμα συζήτηση για τη συναυλία που θα ακολουθούσε. Εγώ στον κόσμο μου. Έβλεπα φωτογραφίες και τις επεξεργαζόμουνα.
Παρατήρηση από τον Τάσο γιατί τους είχα γράψει και ήμουνα κολλημένος στον υπολογιστή μου, στο Photoshop. Πήγαμε για την συναυλία. Όσο οι άλλοι στήνανε, πήγαμε με τον Δημήτρη για φαγητό. "Μα πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοια μνημεία και να τα αφήνουν να σαπίζουν" τόλμησα. "Είναι εικόνα αυτή; Μια τέτοια εκκλησία, χιλίων χρόνων, με τέτοιες εικόνες, να είναι αφημένη στη φθορά του χρόνου; Αν είχαν στην Αγγλία μια τέτοια εκκλησία δεν θα την είχαν πώς και τι...".
Ο Δημήτρης ήρεμος. "Ξέρεις, στο Θιβέτ συνηθίζουν να φτιάχνουν με πολύχρωμες σκόνες απίστευτα έργα τέχνης, τα μαντάλα. Όλο λεπτομέρεια, κρύβουν μέσα τους υψηλότατη τέχνη και μπορεί να ασχολούνται με δαύτα για πάρα πολύ καιρό. Αυτά τα έργα τα αφήνουν και τα παίρνει ο αέρας! Μια υπόμνηση της θνητότητας και της φθαρτότητας που υπάρχει σε όλα τα πράγματα. Μια υπενθύμιση να είμαστε σεμνοί και να μην φετιχιζόμαστε με τα αντικείμενα, αλλά να συνειδητοποιούμε τη βαθύτερη δύναμη που τους δίνει την ομορφιά που έχουν και χαιρόμαστε". Σιωπή... γουλιά μπύρας... Το μυαλό να ταξιδεύει "Δηλαδή από εμάς τι θα μείνει, Δημήτρη; Αυτό που κάνουμε είναι να γνωρίζουμε στον κόσμο ανθρώπους σαν τον Θεοδόση και σαν τον Τίγρη. Μήπως τελικά αυτοί κέρδισαν το στοίχημα με την αιωνιότητα και εμείς το χάσαμε;" "Μην το βλέπεις έτσι. Απλά εμείς συμβάλλουμε ώστε να σωθεί αυτό που αξίζει να σωθεί πριν γίνει σκόνη και το πάρει ο αέρας του χρόνου. Μικρό πράγμα είναι;"
Σιγή. Πήγαμε στη συναυλία. Εξαιρετικό γλέντι. Παρέα με φίλους. Χορός, τραγούδι, μουσική... Ένα σύννεφο ήχων και ενέργειας ικανό για να με κάνει να ξανασκεφτώ όσα βίωσα στο εκκλησάκι του Θεολόγου και το βραδάκι στη συζήτηση με τον Δημήτρη. Και όλα αυτά σαν να συνοδεύονταν από ένα ριζίτικο από την Κρήτη, που ήρθε πριν από μας να δώσει απαντήσεις σε αυτά τα προαιώνια ερωτήματα:
Κόσμε χρυσέ, κόσμε αργυρέ και ποιος θα σε κερδίσει
θα σε κερδίσουν τα βουνά, θα σε χαρούν οι κάμποι...
Είπα να γράψω δυο λόγια για την προχθεσινή βραδιά ποντιακής μουσικής στην Άλλη Όχθη, τώρα που οι εντυπώσεις είναι ακόμη νωπές. Δεν θα ήθελα όλο αυτό που βιώσαμε να ξεθωριάσει από τη ροή της καθημερινότητας...
Τον Μάκη τον Μαρμαρίδη τον είχα ακούσει για πρώτη φορά στην Άνδρο, στην Παγκυκλαδική και μια φορά στην Άρτα να παίζει σε μια φοβερή και τρομερή ταβέρνα της Άρτας, τους “Γαλάτες”. Καμιά σχέση με Γαλάτες, βέβαια. Απλά, είναι δύο αδέλφια, Σαρακατσαναίνοι, με κάτι μουστάκες να! Ε, δεν ήθελε και πολύ να τους βγει το παρατσούκλι... Ας είναι. Τον είχα ψιλοακούσει να παίζει άλλες κανα-δυο φορές, αλλά όχι για πολύ. Πιο πολύ για να μου δείξει κάποια πράγματα, μια και είμαι ο επόπτης της πτυχιακής του εργασίας. Όσο για τον Νίκο Χατζηδαυιτίδη, τον νταουλιέρη, το μόνο που ήξερα ήταν το όνομά του και το ότι είχε παίξει στην Ολυμπιάδα. Σημειώστε, επίσης, ότι ελάχιστα πράγματα γνωρίζω από την Ποντιακή μουσική. Το μόνο που ξέρω είναι σε θεωρητικό επίπεδο κάποια πράγματα και σε επίπεδο προσλαμβανουσών τα γνωστά “μπαλέτα” με τις ομοιόμορφες χορογραφίες. Στερεότυπα πράγματα, δηλαδή...
Έτσι, λοιπόν, ήμουνα περίπου προετοιμασμένος για το τι θα άκουγα στην Άλλη Όχθη, την Παρασκευή, 26 Μαρτίου. Η βραδιά άρχισε με καθυστέρηση δύο ακαδημαϊκών τετάρτων, γύρω στις 11. Το ακροατήριο –καμιά σαρανταπενταριά άτομα- αποτελούνταν από φίλους της Σμαράγδας – μέλη χορευτικών συγκροτημάτων και από Πόντιους, φίλους του Μάκη, αλλά και άλλους, σκόρπιους, που έμαθαν για την εκδήλωση είτε από την Ελευθεροτυπία, είτε από τα αφισάκια, είτε από τα δελτία τύπου, είτε από στόμα σε στόμα. Προσθέστε και κάποιους σταθερούς θαμώνες της Όχθης, αλλά και τον Γκελέσο από τους Αερόφωνους.
Η αρχή με καθιστικά αλλά και κάποια χορευτικά. Όλα πολύ όμορφα, εκφραστικά και γοητευτικά. Ο κόσμος άκουγε. Και γούσταρε. Και εγώ το ίδιο. Μια πολύ ωραία βραδιά. Μετά από λίγο, όμως, το πράγμα άρχισε ν’ αλλάζει. Ένιωθα έναν περίεργο ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα. Αλίμονο, δεν μπορούσα να καταλάβω τους στίχους. Αυτό που ένιωθα ήταν τους μουσικούς να χρησιμοποιούν τη μουσική ως μέσο για να οικοδομήσουν μια αμφίπλευρη επικοινωνία με τους ακροατές, η οποία είχε μια δυναμική. Έβλεπα τους Πόντιους να δονούνται... Σιγά-σιγά να σηκώνονται και να χορεύουν... Ειλικρινά, χαίρομαι που δεν ήξερα τίποτα σχεδόν για τις μουσικές του Πόντου. Ό,τι έβλεπα και ό,τι άκουγα είχαν πίσω τους την παρθένα ματιά κάποιου που ανακαλύπτει ένα θησαυρό! Είχα να νιώσω έτσι από τα δεκαοχτώ μου, στην Κάσο! Έβλεπα, επιτέλους, μπροστά μου τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τα στυλιζαρισμένα χορευτικά συγκροτήματα. Έβλεπα τους ανθρώπους να φτιάχνονται και να ανεβαίνουν, να κοινωνούν μ’ αυτό που έπαιζαν οι μουσικοί κι εγώ προσπαθούσα, με ό,τι μουσικολογικά αναλυτικά μέσα είχα (δυστυχώς μόνον αυτόν τον κώδικα είχα, τι να κάνω...) να καταλάβω τι είναι αυτό που χτίζει αυτή τη μαγεία. Είναι ο ρυθμός που βγάζει τη γλώσσα σε όσους αρκούνται να νομίζουν ότι πρόκειται, απλά, για ισόχρονα χτυπήματα; Είναι το νταούλι που συνομιλεί με τις μελωδίες, κεντώντας με τα νταουλόξυλα σταυροβελονιά τους στίχους με τον παλμό του χορού; Ή, μήπως, είναι όλη αυτή η μινιμαλιστική τεχνοτροπία του οργανικού αυτοσχεδιασμού, που είναι συνυφασμένη με τα παλαιά όργανα, η οποία χάνεται στο βάθος του χρόνου; Μια τέχνη που, αλίμονο, λίγοι αντιλαμβάνονται την ύπαρξη και τη σημασία της, μια και η μουσική βιομηχανία προκρίνει μια “προϊοντική” λογική της μουσικής (τρίλεπτα κομμάτια, με αρχή – μέση – τέλος). Ακόμη και στο λεγόμενο “δημοτικό” τραγούδι έχει επικρατήσει μια “τραγουδοκεντρική” θεώρηση, αφήνοντας εκτός παιχνιδιού, για γενεές ολόκληρες μουσικών, την καρδιά και την ουσία αυτής της μουσικής... Δεν ξέρω τι είναι απ’ όλα αυτά. Εγω ξέρω ότι μπροστά μου είχα δύο μουσικούς, οι οποίοι έχουν γράψει “ώρες πτήσεις” σε γλέντια, παρά το νεαρό της ηλικίας τους, και έβλεπα ότι αυτό περνούσε τρελά στον κόσμο.
Κατά τις τρισήμιση με τέσσερις πρέπει να ήταν, τελείωσε το επίσημο πρόγραμμα. Ο κόσμος έφυγε, οι Πόντιοι στη θέση τους. Κάτι ήξεραν, φαίνεται... Ο Μάκης και ο Νίκος ήρθαν και κάθισαν μαζί τους. Λύρα, τη φορά αυτή, έπαιζε κάποιος άλλος από την παρέα. Αλλαγή σκηνικού... Μια λιτή μελωδία, αντίστοιχη με τους χυματικούς που λέγοναι οι μαντινάδες στην Κρήτη και ένας-ένας να λέει δίστιχα δεκαπεντασύλλαβα... Ελάχιστα καταλάβαινα. Ίσως, όμως, να ήταν καλύτερα έτσι. Επικρατούσε γαλήνη μετά από μια βραδιά εκστατικού γλεντιού, όπου το νταούλι είχε διεισδύσει σε κάθε κύτταρό μας... Και να, μετά από αυτήν την ένταση ένας-ένας από τους γλεντιστές να αναπέμπει το δίστιχό του. Και ενώ τα ηχοχρώματα των φωνών διαδεχόταν το ένα το άλλο, όλοι μας, ο Γκελέσος, η Σμαράγδα, ο Λαμπρίδης και εγώ (μιλάμε για τους μη Πόντιους) καθόμασταν και δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε... Ώρες-ώρες ο Μάκης, που καθόταν δίπλα μου, μου εξηγούσε τι έλεγαν. Ελάχιστα, βέβαια, θυμάμαι. Θυμάμαι μόνον που ένας από την παρέα, εκείνη την ημέρα, είχε γεννήσει κορούλα. Είπε, λοιπόν, ένα μαγικό δίστιχο που έλεγε περίπου ότι “σήμερα, την αυγή, γεννήθηκε το αρνάκι μου. Μακάρι τα αστέρια να του δίνουν τύχη”. Ο Λαμπρίδης ήταν δίπλα μου. Δεν κρατήθηκα... ξεστόμισα μερικά άκρως “κολακευτικά” σχόλια για τα αποστειρωμένα ελληνικά του σχολείου, για την κρεατομηχανή που ονομάζεται νεοελληνικό εθνικό κράτος, το οποίο βάζει στο κρεβάτι του Προκρούστη κάθε τι που ξεφεύγει από τα “σωστά” (τρομάρα τους...) Ελληνικά. Ποιο αλφάβητο θα αποδώσει όλη αυτή τη μουσικότητα της ποντιακής προσωδίας; Πώς θα αποδωθούν όλοι αυτοί οι ήχοι; Και, ακόμη περισσότερο: πώς μπορούν να επιβιώσουν όλα αυτά τα νοήματα, αυτά που παρεισφρύουν ανάμεσα στις λέξεις και στα σημαινόμενα, τα οποία δίνουν μια άλλη, μαγική διάσταση στον λόγο; Δεν είχα απαντήσεις. Το μόνο που έβλεπα ήταν μια παρέα Πόντιων να ακολουθεί “υπόγειες διαδρομές” (α, ρε Σαββόπουλε...) και να γλεντά με τους δικούς της όρους και τους δικούς της κώδικες, στο πείσμα της ομογενοποίησης και της χλιαρής ηχητικής χυλόσουπας που έχει καπελώσει τα πάντα!..
Όλα αυτά τα θυμάμαι σαν μέσα σε μια παραζάλη. Γιατί, φυσικά, η μουσική δεν είναι κάτι που απλά παίζεις ή ακούς. Πάνω απ’ όλα είναι η διαδικασία μέσα από την οποία έχεις φτάσει στο σημείο να τραγουδάς, να παίζεις και να ακούς με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Ειναι κάτι που “οικοδομείται” από το πλαίσιό της... Τι είναι, λοιπόν, μια βραδιά σαν την προχθεσινή αν όχι μια ξεγυρισμένη ψυχοθεραπεία; Με τους συμμετέχοντες να κρατάνε νοερά ο ένας τον άλλον, σαν να ανεβαίνουν όλοι μαζί ένα βουνό. Στην κορυφή, πια, αυτού του βουνού, είναι η ώρα για αναστοχασμό και ενδοσκόπηση. Είναι η στιγμή που μπορείς να κοιτάξεις τον άλλον στα μάτια, έχοντας την ψυχή σου καθαρμένη, σα μικρού παιδιού. Είναι η στιγμή που αισθάνεσαι ταπεινός και συνάμα μεγαλειώδης. Μικρός, αλλά και ικανός να αγκαλιάσεις και να χωρέσεις μέσα σου όλον τον κόσμο!
Στις πέντε το διαλύσαμε. Καθένας τράβηξε τον δρόμο του, για τον κόσμο του. Οδήγηση στην Εθνική. Το πρώτο φως της ημέρας χαϊδεύει τα κατακαμένα βουνά της Αττικής γης. Το μυαλό γεμάτο από νταούλια και δίστιχα. Ένταση – χαλάρωση και, τέλος, ισορροπία... Σε λίγο η πόλη θα άρχιζε να ξυπνάει.