Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Στον Αη Γιάννη τον Θεολόγο, στ' Απεράθου

Στο μονοπάτι...
Καράβι. Κατάστρωμα. Αύγουστος. Η Νάξος πίσω μας. Πρέπει να έχει 5-6 Μποφόρ. Ο βόμβος της μηχανής. Άνθρωποι να λιάζονται, να κοιμούνται ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα, να παίζουν χαρτιά, να σκαλίζουν κάποιο έξυπνο τηλέφωνο... Κι εγώ να γράφω σκόρπιες σκέψεις από το ταξίδι στην Νάξο. Είχαμε πάει με τον Δημήτρη τον Κιτσικούδη στην Νάξο, καλεσμένοι από τον Πολιτιστικό Σύλλογο "Τα Φανάρια" και την Περιφέρεια. Στόχος να μιλήσουμε για την πρώτη φάση της έρευνάς μας, να μιλήσουμε για το τι έχουμε κάνει, να προβάλλουμε αποσπάσματα από το κινηματογραφημένο υλικό μας, να δείξουμε την ταινία με τον Τίγρη. Πήγε πάρα πολύ καλά. Στον κόσμο άρεσε. Οι ερωτήσεις ήταν πάρα πολύ ουσιαστικές και στοχευμένες, αναγκάζοντάς με να μιλήσω για ζητήματα μεθοδολογικά και επιστημολογικά. Ο Τίγρης ήταν εκεί! Ήταν να μην έρθει, γιατί τον είχαν στείλει στη Σέριφο, στο φεστιβάλ σουραυλιού, μαζί με κάποια κοπέλια από το Χωριό. Ωστόσο ο Τάσος έκανε το θαύμα του. Κινητοποίησε λυτούς και δεμένους. Πήρε το καράβι για Ίο, έμεινε σε γνωστούς του Μπάμπη του Τελετάρχη και την άλλη μέρα, με ταχύπλοο, ήρθε... και ήρθε στην ώρα του, πάνω που τελείωσαν οι ομιλίες και προβάλλονταν τα ταινιάκια. Θέλω να πιστεύω ότι αυτή ήταν μια από τις πιο ευτυχισμένες ημέρες της ζωής του Τίγρη. Μια προβολή της ταινίας μας στο χωριό του, με εκείνον να δρέπει τις δάφνες του πρωταγωνιστή και την αύρα της καταξίωσης και της αναγνώρισης.

Εγώ όμως δεν θέλω εδώ να μιλήσω γι' αυτά. Θέλω να μιλήσω για μια βόλτα που κάναμε σ' ένα μονοπάτι, μαζί με τον Δημήτρη. Πρέπει να ήταν μεσημεράκι, στις 4 Αυγούστου. Ξεκινήσαμε από τ' Απεράθου στο μονοπάτι που πηγαίνει στην Αγία Κυριακή. Ωστόσο δεν είχαμε χρόνο στη διάθεσή μας, γιατί θα πηγαίναμε να συναντούσαμε μια ομάδα παιδιών από την Κρήτη οι οποίοι θα έπαιζαν το βράδυ στην πλάτσα. Έτσι περιοριστήκαμε να πάμε μέχρι τον Αη Γιάννη τον Θεολόγο. Μονοπάτι. Πετρόχτιστοι τοίχοι εκατέρωθεν ενός δρόμου που σημεία σημεία διατηρούσε το αρχικό μαρμάρινο στρώμα του και αλλού ήταν διαλυμένος από τα χρόνια. Καθώς προχωρούσαμε είχαμε στην αρχή τη σκιά από πουρνάρια και άλλα δέντρα, τα οποία έδιναν στο μονοπάτι έναν υπερκόσμιο συνδυασμό φωτός και σκότους, λάμψης και δροσιάς.

Στην αρχή της διαδρομής

Διασχίζοντας μια δίνη φωτός και σκιάς


Τα πόδια να κατηφορίζουν. Το μάτι όσο ξέφευγε από την πορεία να συναντά "τσι τόπους των Απεραθιτώ". Τράφοι, πετρόχτιστες δηλαδή πεζούλες για να δαμάζουν τη διάβρωση του εδάφους, δίνοντας μια κλιμκωτή μορφή στα βουνά και μετατρέποντας την πέτρα σε χωράφι, όπου κάποτε σπερνόταν και ποτιζόταν από τον ανθρώπινο μόχθο. Δέντρα...

Πότε άραγε να χτίστηκαν αυτά τα μονοπάτια; Πόσος ανρθώπινος κόπος, πόση αγωνία, πόσος αγώνας κρύβεται πίσω από αυτές τις πέτρες; Με πιάνει ρίγος σα σκεφτώ ότι αυτές οι στράτες είχαν χτιστεί από τα βυζαντινά κιόλας χρόνια, πιθανόν και πιο πριν, ώστε να διευκολύνεται η μετακίνηση των χωρικών αλλά και των στρατιωτών (εξ ου και το όνομα στράτα). Τότε που οι γαίες της Νάξου δίνονταν ως φέουδα, με μόνη υποχρέωση οι τοπικοί άρχοντες να διατηρούν άλογα για τον πόλεμο και να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να ριχτούν στη μάχη... Αυτά θυμάμαι, σα σε όνειρο, απ' όσα μας έλεγε ο Τάσος ο Αναστασίου όταν πηγαίναμε πριν δύο χρόνια στο Μερσίνι για να συναντήσουμε τον Τίγρη στον μαζωμό του... Δεν είμαι ιστορικός. Δεν ξέρω πώς φτιάχτηκαν τα μονοπάτια αυτά. Αυτό που ξέρω είναι ότι τα έχουν διαβεί ιππότες, κουρσάροι, ξωτάρηδες, αντάρτες... Και τώρα εμείς, με τον Δημήτρη, που προσπαθούμε να ψυχανεμιστούμε αυτόν τον τόπο.


Μια ξύλινη ταμπέλα στο δρόμο. Θεολόγος. Βγαίνουμε από το κύριο μονοπάτι και πάμε σε ένα παραμονοπατάκι. Κάπου όμως μπερδευόμαστε. Δεν μπαίνουμε σε μια ανοιχτή πόρτα, αλλά μπλεκόμαστε για λίγο σε ένα μονοπάτι που είχε πνιγεί από τα αγκάθια, τις αστιβίδες και τους ασπαλάθους.



Σε λίγο ο Δημήτρης φωνάζει. "Εδώ είναι". Μετά από λίγο περπάτημα φάνηκε μπροστά μου. Ένα εκκλησάκι που έμοιαζε να είναι καμωμένο από τροχάλους, με κάποια τοιχία αντιστήριξης σε μια πλευρά. Τα περάθυρα χτισμένα με πέτρες εκτός από ένα-δύο. Η πόρτα ξύλινη. Το μάνταλο ανοιχτό. Μπήκαμε... 

Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή δεν κατάλαβα πού βρίσκομαι. Το έντονο φως από έξω, τα γυαλιά ηλίου που δεν με βοηθούσαν να δω στο μισοσκόταδο, το λαχάνιασμα... Ωστόσο στιγμή με στιγμή ένιωθα αυτό το πράγμα να αλλάζει. Έβαλα τα κανονικά μου γυαλιά. Τα μάτια άρχισαν να προσαρμόζονται στο νεο φως, που έμπαινε ταπεινα μέσα από τα μικρά παράθυρα και τη μισάνοιχτη πόρτα για να χαϊδέψει τους τοίχους και τις κολώνες και να σκιαγραφήσει πότε τον αδρό σοβά, πότε τις πέτρες και πότε κάτι αχνές χρωματισμένες επιφάνειες...

Τα μάτια μου πλέον είχαν συνηθίσει στο φως που υπήρχε στο εκκλησάκι. Ο χώρος χωριζόταν στα τρία. Το κεντρικό μέρος από τα αριστερά και τα δεξιά είχε κολώνες που σχημάτιζαν τόξα και χώριζαν το χώρο σε τρία κλίτη. Το έδαφος χωματένιο..Η οροφή καμπυλωτή. Τότε πρόσεξα κάτι που με σοκάρισε. Στην οροφή, στην πρόθεση και αλλού διατηρούνταν τοιχογραφίες. Υπολείμματα... Αλλού να έχουν εξαφανιστεί σε σημείο που να μην μπορείς να διακρίνεις τι απεικονίζουν και αλλού να διατηρούν ακέραιες τις μορφές. Δεν μπορώ να ξεχάσω τα μάτια μιας γυναικείας μορφής, πιθανόν της Παναγίας, να με κοιτάζει. Πρέπει να είναι από τις πιο γλυκές απεικονίσεις που έχω δει. Ένιωθα συνταραγμένος!.. Κάθισα για λίγο σε μια πέτρα. Τα μάτια μου πλέον πήγαιναν από τοίχο σε τοίχο, από κολώνα σε κολώνα, από την οροφή μέχρι το πάτωμα. Προσπαθούσα να κατανοήσω αυτό που έβλεπα. Να το χαρτογραφήσω μέσα μου. Να νιώσω κάθε χρώμα, κάθε απόχρωση, κάθε ακτίδα του φωτός. Αλίμονο! Ήταν ένα εκκλησάκι -απ' ό,τι έμαθα αργότερα του 11ου αιώνα- το οποίο ήταν αφημένο στην τύχη του! Να ρημάζει, χωρίς ίχνος συντήρησης και με το χωμάτινο έδαφος γεμάτο από βερβελίδες, δείγμα ότι το είχαν καταφύγιό τους τα ζώα της περιοχής. Και μέσα σ' όλα αυτά η μορφή της Παναγίας να με κοιτάζει. Σαν να μην την νοιάζει η εικόνα του χώρου. Άλλωστε τα μάτια της έχουν δει τόσα και τόσα τα τελευταία χίλια χρόνια...



Με ιερό ζήλο πήρα στα χέρια μου τη φωτογραφική μηχανή. Προσπαθούσα να αποτυπώσω την αρχιτεκτονική του χώρου, το φως, τις εικόνες, τις ανεικονικές παραστάσεις, τα τόξα... Γενικές λήψεις, λεπτομέρειες... Κάπου θυμάμαι είχα διαβάσει για την έκσταση που βίωνε ο Κόντογλου σε ξωκλήσια που πήγαινε και προσπαθούσε να αποτυπώσει στο χαρτί εικόνες σαν αυτήν της Παναγίας, που ένιωθα τα μάτια της να με ακολουθούν ό,τι κι αν έκανα.

Ο Δημήτρης καθόταν απέναντι. Σιωπηλός. Μεταξύ φωτός και σκιάς, να προσπαθεί κι αυτός να ρουφήξει το χώρο.
 Κλικ... κλικ... κλικ... Ήταν τόση η σιγή, που μπορούσα να ακούσω τα πάντα! Φωνές προσκυνητών, ψαλμωδίες, κουδουνάκια από θυμιατά, τραγούδια από πανηγύρια... Μύριζα το λιβάνι... Ένιωθα τα σύννεφα του καπνού να διυλίζονται στο φως και να σχηματίζουν συννεφένιους δρόμους ακολουθώντας τις ακτίνες του ηλίου. Άκουγα το μουρμουρητό από τις εξομολογήσεις. Ένιωθα την ανάσα των ξωτάρηδων και των προσκυνητών. Κλικ... κλίκ... κλικ...
Ξέρεις τι είναι να σε ζώνει όλη αυτή τη μαγεία κι εσύ το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να βγάζεις φωτογραφίες; Μα την αλήθεια, μόνον ένας ποιητής μπορεί να μιλήσει γι' αυτό που βιώναμε και να δώσει και στους άλλους να καταλάβουν τι πραγματικά είναι αυτό... Ένας Παπαδιαμάντης, ένας Κόντογλου, αλλά κι ένας βοσκός ποιητάρης, σαν τον Τίγρη... Οι άλλοι ας βγάζουν απλώς φωτογραφίες...
Έπρεπε να φύγουμε. Μονοπάτι... Ανηφόρα. Ξεκούραση στα πεζούλια και στα βράχια. Τα παιδιά μας περιμένανε. Γνωριμίες. Συζητήσεις φιλίας και αβροφροσύνης. Γέλια. Φιλία... Κουβέντες για τη μουσική. Όμως εμένα με έκαιγε αυτό που βίωσα. Το μυαλό μου γεμάτο εικόνες φωτός, σκιάς, χρωμάτων και πάνω απ' όλα μια γυναικεία μορφή να χαμογελά, με ένα χαμόγελο όχι λιγότερο αινιγματικό από αυτό της Τζοκόντας...


Ξεκούραση το μεσημέρι. Το απόγευμα συζήτηση για τη συναυλία που θα ακολουθούσε. Εγώ στον κόσμο μου. Έβλεπα φωτογραφίες και τις επεξεργαζόμουνα.



Παρατήρηση από τον Τάσο γιατί τους είχα γράψει και ήμουνα κολλημένος στον υπολογιστή μου, στο Photoshop. Πήγαμε για την συναυλία. Όσο οι άλλοι στήνανε, πήγαμε με τον Δημήτρη για φαγητό. "Μα πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοια μνημεία και να τα αφήνουν να σαπίζουν" τόλμησα. "Είναι εικόνα αυτή; Μια τέτοια εκκλησία, χιλίων χρόνων, με τέτοιες εικόνες, να είναι αφημένη στη φθορά του χρόνου; Αν είχαν στην Αγγλία μια τέτοια εκκλησία δεν θα την είχαν πώς και τι...".

Ο Δημήτρης ήρεμος. "Ξέρεις, στο Θιβέτ συνηθίζουν να φτιάχνουν με πολύχρωμες σκόνες απίστευτα έργα τέχνης, τα μαντάλα. Όλο λεπτομέρεια, κρύβουν μέσα τους υψηλότατη τέχνη και μπορεί να ασχολούνται με δαύτα για πάρα πολύ καιρό. Αυτά τα έργα τα αφήνουν και τα παίρνει ο αέρας! Μια υπόμνηση της θνητότητας και της φθαρτότητας που υπάρχει σε όλα τα πράγματα. Μια υπενθύμιση να είμαστε σεμνοί και να μην φετιχιζόμαστε με τα αντικείμενα, αλλά να συνειδητοποιούμε τη βαθύτερη δύναμη που τους δίνει την ομορφιά που έχουν και χαιρόμαστε". Σιωπή... γουλιά μπύρας... Το μυαλό να ταξιδεύει "Δηλαδή από εμάς τι θα μείνει, Δημήτρη; Αυτό που κάνουμε είναι να γνωρίζουμε στον κόσμο ανθρώπους σαν τον Θεοδόση και σαν τον Τίγρη. Μήπως τελικά αυτοί κέρδισαν το στοίχημα με την αιωνιότητα και εμείς το χάσαμε;" "Μην το βλέπεις έτσι. Απλά εμείς συμβάλλουμε ώστε να σωθεί αυτό που αξίζει να σωθεί πριν γίνει σκόνη και το πάρει ο αέρας του χρόνου. Μικρό πράγμα είναι;" Σιγή. Πήγαμε στη συναυλία. Εξαιρετικό γλέντι. Παρέα με φίλους. Χορός, τραγούδι, μουσική... Ένα σύννεφο ήχων και ενέργειας ικανό για να με κάνει να ξανασκεφτώ όσα βίωσα στο εκκλησάκι του Θεολόγου και το βραδάκι στη συζήτηση με τον Δημήτρη. Και όλα αυτά σαν να συνοδεύονταν από ένα ριζίτικο από την Κρήτη, που ήρθε πριν από μας να δώσει απαντήσεις σε αυτά τα προαιώνια ερωτήματα:

Κόσμε χρυσέ, κόσμε αργυρέ και ποιος θα σε κερδίσει 
θα σε κερδίσουν τα βουνά, θα σε χαρούν οι κάμποι... 



Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Μια βραδιά ποντιακής μουσικής στην Άλλη Όχθη...

Είπα να γράψω δυο λόγια για την προχθεσινή βραδιά ποντιακής μουσικής στην Άλλη Όχθη, τώρα που οι εντυπώσεις είναι ακόμη νωπές. Δεν θα ήθελα όλο αυτό που βιώσαμε να ξεθωριάσει από τη ροή της καθημερινότητας...

Τον Μάκη τον Μαρμαρίδη τον είχα ακούσει για πρώτη φορά στην Άνδρο, στην Παγκυκλαδική και μια φορά στην Άρτα να παίζει σε μια φοβερή και τρομερή ταβέρνα της Άρτας, τους “Γαλάτες”. Καμιά σχέση με Γαλάτες, βέβαια. Απλά, είναι δύο αδέλφια, Σαρακατσαναίνοι, με κάτι μουστάκες να! Ε, δεν ήθελε και πολύ να τους βγει το παρατσούκλι... Ας είναι. Τον είχα ψιλοακούσει να παίζει άλλες κανα-δυο φορές, αλλά όχι για πολύ. Πιο πολύ για να μου δείξει κάποια πράγματα, μια και είμαι ο επόπτης της πτυχιακής του εργασίας. Όσο για τον Νίκο Χατζηδαυιτίδη, τον νταουλιέρη, το μόνο που ήξερα ήταν το όνομά του και το ότι είχε παίξει στην Ολυμπιάδα. Σημειώστε, επίσης, ότι ελάχιστα πράγματα γνωρίζω από την Ποντιακή μουσική. Το μόνο που ξέρω είναι σε θεωρητικό επίπεδο κάποια πράγματα και σε επίπεδο προσλαμβανουσών τα γνωστά “μπαλέτα” με τις ομοιόμορφες χορογραφίες. Στερεότυπα πράγματα, δηλαδή...

Έτσι, λοιπόν, ήμουνα περίπου προετοιμασμένος για το τι θα άκουγα στην Άλλη Όχθη, την Παρασκευή, 26 Μαρτίου. Η βραδιά άρχισε με καθυστέρηση δύο ακαδημαϊκών τετάρτων, γύρω στις 11. Το ακροατήριο –καμιά σαρανταπενταριά άτομα- αποτελούνταν από φίλους της Σμαράγδας – μέλη χορευτικών συγκροτημάτων και από Πόντιους, φίλους του Μάκη, αλλά και άλλους, σκόρπιους, που έμαθαν για την εκδήλωση είτε από την Ελευθεροτυπία, είτε από τα αφισάκια, είτε από τα δελτία τύπου, είτε από στόμα σε στόμα. Προσθέστε και κάποιους σταθερούς θαμώνες της Όχθης, αλλά και τον Γκελέσο από τους Αερόφωνους.

Η αρχή με καθιστικά αλλά και κάποια χορευτικά. Όλα πολύ όμορφα, εκφραστικά και γοητευτικά. Ο κόσμος άκουγε. Και γούσταρε. Και εγώ το ίδιο. Μια πολύ ωραία βραδιά. Μετά από λίγο, όμως, το πράγμα άρχισε ν’ αλλάζει. Ένιωθα έναν περίεργο ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα. Αλίμονο, δεν μπορούσα να καταλάβω τους στίχους. Αυτό που ένιωθα ήταν τους μουσικούς να χρησιμοποιούν τη μουσική ως μέσο για να οικοδομήσουν μια αμφίπλευρη επικοινωνία με τους ακροατές, η οποία είχε μια δυναμική. Έβλεπα τους Πόντιους να δονούνται... Σιγά-σιγά να σηκώνονται και να χορεύουν... Ειλικρινά, χαίρομαι που δεν ήξερα τίποτα σχεδόν για τις μουσικές του Πόντου. Ό,τι έβλεπα και ό,τι άκουγα είχαν πίσω τους την παρθένα ματιά κάποιου που ανακαλύπτει ένα θησαυρό! Είχα να νιώσω έτσι από τα δεκαοχτώ μου, στην Κάσο! Έβλεπα, επιτέλους, μπροστά μου τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τα στυλιζαρισμένα χορευτικά συγκροτήματα. Έβλεπα τους ανθρώπους να φτιάχνονται και να ανεβαίνουν, να κοινωνούν μ’ αυτό που έπαιζαν οι μουσικοί κι εγώ προσπαθούσα, με ό,τι μουσικολογικά αναλυτικά μέσα είχα (δυστυχώς μόνον αυτόν τον κώδικα είχα, τι να κάνω...) να καταλάβω τι είναι αυτό που χτίζει αυτή τη μαγεία. Είναι ο ρυθμός που βγάζει τη γλώσσα σε όσους αρκούνται να νομίζουν ότι πρόκειται, απλά, για ισόχρονα χτυπήματα; Είναι το νταούλι που συνομιλεί με τις μελωδίες, κεντώντας με τα νταουλόξυλα σταυροβελονιά τους στίχους με τον παλμό του χορού; Ή, μήπως, είναι όλη αυτή η μινιμαλιστική τεχνοτροπία του οργανικού αυτοσχεδιασμού, που είναι συνυφασμένη με τα παλαιά όργανα, η οποία χάνεται στο βάθος του χρόνου; Μια τέχνη που, αλίμονο, λίγοι αντιλαμβάνονται την ύπαρξη και τη σημασία της, μια και η μουσική βιομηχανία προκρίνει μια “προϊοντική” λογική της μουσικής (τρίλεπτα κομμάτια, με αρχή – μέση – τέλος). Ακόμη και στο λεγόμενο “δημοτικό” τραγούδι έχει επικρατήσει μια “τραγουδοκεντρική” θεώρηση, αφήνοντας εκτός παιχνιδιού, για γενεές ολόκληρες μουσικών, την καρδιά και την ουσία αυτής της μουσικής... Δεν ξέρω τι είναι απ’ όλα αυτά. Εγω ξέρω ότι μπροστά μου είχα δύο μουσικούς, οι οποίοι έχουν γράψει “ώρες πτήσεις” σε γλέντια, παρά το νεαρό της ηλικίας τους, και έβλεπα ότι αυτό περνούσε τρελά στον κόσμο.

Κατά τις τρισήμιση με τέσσερις πρέπει να ήταν, τελείωσε το επίσημο πρόγραμμα. Ο κόσμος έφυγε, οι Πόντιοι στη θέση τους. Κάτι ήξεραν, φαίνεται... Ο Μάκης και ο Νίκος ήρθαν και κάθισαν μαζί τους. Λύρα, τη φορά αυτή, έπαιζε κάποιος άλλος από την παρέα. Αλλαγή σκηνικού... Μια λιτή μελωδία, αντίστοιχη με τους χυματικούς που λέγοναι οι μαντινάδες στην Κρήτη και ένας-ένας να λέει δίστιχα δεκαπεντασύλλαβα... Ελάχιστα καταλάβαινα. Ίσως, όμως, να ήταν καλύτερα έτσι. Επικρατούσε γαλήνη μετά από μια βραδιά εκστατικού γλεντιού, όπου το νταούλι είχε διεισδύσει σε κάθε κύτταρό μας... Και να, μετά από αυτήν την ένταση ένας-ένας από τους γλεντιστές να αναπέμπει το δίστιχό του. Και ενώ τα ηχοχρώματα των φωνών διαδεχόταν το ένα το άλλο, όλοι μας, ο Γκελέσος, η Σμαράγδα, ο Λαμπρίδης και εγώ (μιλάμε για τους μη Πόντιους) καθόμασταν και δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε... Ώρες-ώρες ο Μάκης, που καθόταν δίπλα μου, μου εξηγούσε τι έλεγαν. Ελάχιστα, βέβαια, θυμάμαι. Θυμάμαι μόνον που ένας από την παρέα, εκείνη την ημέρα, είχε γεννήσει κορούλα. Είπε, λοιπόν, ένα μαγικό δίστιχο που έλεγε περίπου ότι “σήμερα, την αυγή, γεννήθηκε το αρνάκι μου. Μακάρι τα αστέρια να του δίνουν τύχη”. Ο Λαμπρίδης ήταν δίπλα μου. Δεν κρατήθηκα... ξεστόμισα μερικά άκρως “κολακευτικά” σχόλια για τα αποστειρωμένα ελληνικά του σχολείου, για την κρεατομηχανή που ονομάζεται νεοελληνικό εθνικό κράτος, το οποίο βάζει στο κρεβάτι του Προκρούστη κάθε τι που ξεφεύγει από τα “σωστά” (τρομάρα τους...) Ελληνικά. Ποιο αλφάβητο θα αποδώσει όλη αυτή τη μουσικότητα της ποντιακής προσωδίας; Πώς θα αποδωθούν όλοι αυτοί οι ήχοι; Και, ακόμη περισσότερο: πώς μπορούν να επιβιώσουν όλα αυτά τα νοήματα, αυτά που παρεισφρύουν ανάμεσα στις λέξεις και στα σημαινόμενα, τα οποία δίνουν μια άλλη, μαγική διάσταση στον λόγο; Δεν είχα απαντήσεις. Το μόνο που έβλεπα ήταν μια παρέα Πόντιων να ακολουθεί “υπόγειες διαδρομές” (α, ρε Σαββόπουλε...) και να γλεντά με τους δικούς της όρους και τους δικούς της κώδικες, στο πείσμα της ομογενοποίησης και της χλιαρής ηχητικής χυλόσουπας που έχει καπελώσει τα πάντα!..

Όλα αυτά τα θυμάμαι σαν μέσα σε μια παραζάλη. Γιατί, φυσικά, η μουσική δεν είναι κάτι που απλά παίζεις ή ακούς. Πάνω απ’ όλα είναι η διαδικασία μέσα από την οποία έχεις φτάσει στο σημείο να τραγουδάς, να παίζεις και να ακούς με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Ειναι κάτι που “οικοδομείται” από το πλαίσιό της... Τι είναι, λοιπόν, μια βραδιά σαν την προχθεσινή αν όχι μια ξεγυρισμένη ψυχοθεραπεία; Με τους συμμετέχοντες να κρατάνε νοερά ο ένας τον άλλον, σαν να ανεβαίνουν όλοι μαζί ένα βουνό. Στην κορυφή, πια, αυτού του βουνού, είναι η ώρα για αναστοχασμό και ενδοσκόπηση. Είναι η στιγμή που μπορείς να κοιτάξεις τον άλλον στα μάτια, έχοντας την ψυχή σου καθαρμένη, σα μικρού παιδιού. Είναι η στιγμή που αισθάνεσαι ταπεινός και συνάμα μεγαλειώδης. Μικρός, αλλά και ικανός να αγκαλιάσεις και να χωρέσεις μέσα σου όλον τον κόσμο!

Στις πέντε το διαλύσαμε. Καθένας τράβηξε τον δρόμο του, για τον κόσμο του. Οδήγηση στην Εθνική. Το πρώτο φως της ημέρας χαϊδεύει τα κατακαμένα βουνά της Αττικής γης. Το μυαλό γεμάτο από νταούλια και δίστιχα. Ένταση – χαλάρωση και, τέλος, ισορροπία... Σε λίγο η πόλη θα άρχιζε να ξυπνάει.

Κυριακή 3 Μαΐου 2009

Τον τελευταίο καιρό φαίνεται ότι ξανα-ανακαλύπτω αυτό το καταπληκτικό τραγούδι του Robert Johnson... Δεν άντεξα και αποτόλμησα μια ελεύθερη απόδοσή του στα ελληνικά.


I went to the crossroad, fell down on my knees
I went to the crossroad, fell down on my knees
Asked the Lord above "Have mercy, now save poor Bob, if you please"

Yeoo, standin' at the crossroad, tried to flag a ride
Ooo eeee, I tried to flag a ride
Didn't nobody seem to know me, babe, everybody pass me by

Standin' at the crossroad, baby, risin' sun goin' down
Standin' at the crossroad, baby, eee, eee, risin' sun goin' down
I believe to my soul, now, poor Bob is sinkin' down

You can run, you can run, tell my friend Willie Brown
You can run, you can run, tell my friend Willie Brown
That I got the crossroad blues this mornin', Lord, babe, I'm sinkin' down

And I went to the crossroad, mama, I looked east and west
I went to the crossroad, baby, I looked east and west
Lord, I didn't have no sweet woman, ooh well, babe, in my distress


Πήγα στο σταυροδρόμι
κι έπεσα στα γόνατα

Είπα: “Έλεος, Θεέ μου, σώσε τον φτωχό Bob, σε παρακαλώ”...

Εκεί, στο σταυροδρόμι,
προσπάθησα να σταματήσω κάποιον να με πάρει μαζί του.
Κανείς δεν φαινόταν να με ξέρει.
Όλοι με προσπερνούσαν.

Εκεί, στο σταυροδρόμι...
Ο ήλιος έβγαινε και έπεφτε.
Μα την αλήθεια, ο φτωχός ο Bob βουλιάζει.

“Μπορείς να τρέξεις, μπορείς να ξεφύγεις” μου λέει ο φίλος μου ο Willie Brown.
Η απόγνωση με βρήκε εκεί, στο σταυροδρόμι. Βουλιάζω...

Πήγα στο σαυροδρόμι. Κοίταξα στην ανατολή, κοίταξα στη δύση
Θεέ μου, δεν έχω μια γλυκιά γυναίκα για να με νοιαστεί στον πόνο μου.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Το κούρεμα του Νικόλα




Όταν ο μπαμπάς δεν μπορεί να αποχωρηστεί την παλαιά καλή του Rollei 35 S και επιμένει να τραβά ασπρόμαυρο φιλμ στον καιρό της ψηφιακής τεχνολογίας...

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Λόγος για την ομορφιά...

[Κείμενο που έστειλα στο Blog της Λουκίας Ρικάκη για την ταινία "You, my mirror"]

Αν είν’ η μέρα όμορφη την κάνει το σκοτίδι
κι αν έχει αξία η ζωή ο θάνατος τη δίδει

Αισθήσεις σαν κι αυτές που πηγάζουν από τους παραπάνω στίχους είναι που συνθέτουν την δική μου ομορφιά! Μια ομορφιά που, πολλές φορές, βρίσκεται κρυμένη μέσα στη σιωπή, τη λήθη και τη μοναξιά των ανθρώπων που την φέρουν. Που όμως αρκεί το άγγιγμα ενός ‘μαγικού ραβδιού’ για να ξεχυθεί κοχλάζοντας στην επιφάνεια και να γίνει ποίηση, μουσική, συγκίνηση, αναπόληση, κλάμα, λύτρωση...

Μέσα από την έρευνά μου (είμαι εθνομουσικολόγος) έχω πολλές φορές αξιωθεί να δω αυτό το ‘μαγικό ραβδί’ και να γίνω κοινωνός με ό,τι πιο όμορφο έχει να προσφέρει ένας άνθρωπος. Την έκσταση του γλεντιού! Εγώ, ένας άγνωστος, να γίνομαι ομοτράπεζος και να παρακολουθώ το τελετουργικό του γλεντιού: μια πορεία δυναμική, με τους δικούς της κώδικες κάθε φορά. Κάτι σαν τη συζήτηση ή, καλύτερα, σαν την ερωτική πράξη. Με το παιχνίδισμα των συμμετεχόντων και με τις στιγμές της αμηχανίας να δίνουν τη θέση τους σε στιγμές κλιμακούμενης έντασης. Οι συμμετέχοντες σιγά-σιγά ανεβαίνουν... σαν να σκαρφαλώνουν ένα βράχο όλοι μαζί και να κρατά ο ένας τον άλλον από το χέρι για να μην πέσει ή να μη λιποψυχήσει... Και ν’ ανεβαίνουν... και όλο ν’ ανεβαίνουν... Και τότε, ένας–ένας, ή και όλοι μαζί, να βιώνουν αυτήν την οργασμική μέθεξη. Είναι κάτι που δεν περιγράφεται. Ή το βιώνεις, ή δεν το βιώνεις! Σαν να παγώνει ο χρόνος, ή μάλλον σαν να παγώνεις εσύ τον χρόνο και να κρατάς μέσα σου από τον άλλον αυτήν την ύψιστη στιγμή της κοινής σας έκστασης, σαν κάθετι άλλο να είναι περιττό για να τον θυμάσαι έκτοτε! Τότε, και μόνον τότε, μπορείς να καταλάβεις πράγματα δυσδιάκριτα στον αμύητο: τον σεβασμό που ο εβδομηναπεντάχρονος Βάιος δείχνει προς τον ογδοντάχρονο Βασίλη, την ένταση του ενενηνταπεντάχρονου γερο-βιολιτζή που δεν μπορεί να περπατήσει, κι όμως χορεύει, τραγουδώντας αμανέδες στη φωτογραφία της μακαρίτισσας γυναίκας του, την ενέργεια στο χέρι του γερο-γκαϊντατζή που σε αρπάζει και σε οδηγεί στο δωμάτιο του σκοτωμένου γιου του... Είναι, κοντολογίς, σαν να πετάς τον εαυτό σου σαν μπαλάκι στον άλλον και να σου το επιστρέφει, αφού πρώτα έχεις καταδυθεί στα σώψυχά του.

Και ύστερα η σιωπή. Μια ανατολή ύστερα από ολονύχτιο γλέντι, ένας καφές, μερικές ματιές ‘συνεννοχής’ την επόμενη ημέρα με την ανάμνηση ακόμη νωπή. Καθένας γυρίζει στον κοσμο του. Εκείνοι στον δικο τους, εσύ στον δικό σου. Κάτι, όμως, μέσα σου σε καίει. Η ομορφιά αυτή είναι πολύ βαριά... Εύχεσαι να είχες σαράντα ζωές για να περιγράφεις αυτά που έχεις βιώσει μέσα σε λίγες μέρες μπας και περισώσεις κάτι από τη μαγεία. Σού ‘ρχεται να αναποδογυρίσεις ένα κασόνι, να ανέβεις πάνω και ν’ αρχίσεις να φωνάζεις “Να η ομορφιά! Κοιτάξτε την! Ανακαλύψτε την! Μην την προσπερνάτε!..”. Γρήγορα, όμως, διαπιστώνεις ότι λίγοι είναι αυτοί που μπορούν να σε παρακολουθήσουν. Δεν είναι ότι σε περιφρονούν. Απλά, δεν μπορούν πάντα να σε νιώσουν. Άλλωστε, η ομορφιά είναι κάτι υποκειμενικό και έχει χιλιάδες πρόσωπα: από το πιο ‘πλαστικό’ μέχρι το πιο υπερβατικό και εκστατικό. Καθένας κυνηγά την ομορφιά που μπορεί να σηκώσει. Έτσι, έχει την ομορφιά που του αξίζει!..

Κάπου μέσα μου έχω ένα σακούλι που αποθηκεύω όλες αυτές τις ομορφιές. Σε στιγμές ενδοσκόπησης, περισυλλογής, προβληματισμού, αυτές είναι που μου χαράζουν την πορεία. Αυτές είναι που μου δίνουν καθαρή σκέψη και σταθερά βήματα. Είναι ο θησαυρός μου! Είναι κάτι που δεν μεταβιβάζεται. Απλά, μοιράζεται...

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008

Το πρώτο ταξίδι ως -επιτέλους- Διδάκτορας...

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2007.

Η ώρα είναι 22:10, ώρα Γερμανίας, απ’ όπου έχω ξεκινήσει, 23:10 ώρα Ελλάδας και 21:10 ώρα Αγγλίας, εκεί που πηγαίνω. Αυτή τη στιγμή που γράφω κάνω κάτι το οποίο είχα ονειρευτεί πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Βρίσκομαι στο κάθισμα ενός αεροπλάνου, γράφοντας στον Apple υπολογιστή που ονειρευόμουνα να αποκτήσω χρόνια ολόκληρα, και που κάθε τόσο έμπαινα στο site της Apple για να δω: τι έγινε... βγήκε το καινούριο μοντέλο; Δε βγήκε; Πότε είναι η πιο κατάλληλη χρονική συγκυρία να αγοράσω... Και πόσο ν’ αντέξει κανείς... Για να μην τα πολυλογώ, τον αγόρασα στις 15 Δεκεμβρίου, ως δώρο για το Διδακτορικό μου που είχε ήδη δρομολογηθεί και που περίμενα, κάποια στιγμή τον επόμενο καιρό, να υποστηριχθεί. Ξέχασα να αναφέρω ότι κάθομαι στο αριστερό παράθυρο. Κάτω μου, στο φως του σούρουπου, βλέπω τα σύννεφα σα μπαμπάκια... καταπληκτικό συναίσθημα! Πριν από λίγο έβλεπα τη Φρανκφούρτη, να είναι ρυμοτομημένη συνοικίες-συνοικίες, ανάμεσα σε τεράστιες εκτάσεις δάσους. Πώς είναι η Αθήνα; Καμία σχέση!..

Τον τελευταίο καιρό με το διδακτορικό μου με είχε πιάσει το ‘σύνδρομο της κουράδας’. Που σημαίνει ότι το σφίξιμο τόσων χρόνων είχε επιτέλους αποδώσει καρπούς. Η διαδικασία είχε πλέον δρομολογηθεί. Απέμενε να φύγει η κουράδα από πάνω μου και να ακουστεί, μετα το λυτρωτικό “ααααχ”, το “πλουπ” μέσα στη λεκάνη...

Πετάμε πάνω από τη Μάγχη. Πριν λίγο είδα μια ατέλειωτη παραλία. Άραγε, εκεί να έγινε η Απόβαση της Νορμανδίας; Πόσα κορμάκια να έπεσαν εκεί άραγε;.. Ακόμη θυμάμαι αυτές τις συγκλονιστικές σκηνές μάχης από τη “Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν”. Τώρα, εγώ συνταξιδεύω με τους απόγονους όσων έκαναν την Απόβαση και όσων αμύνθηκαν. Η γραμμή του ορίζοντα είναι κόκκινη. Το φτερό του αεροπλάνου λίγο γέρνει, λίγο επιστρέφει στη θέση του, η διπλανή μου ξύπνησε από τον υπνάκο της και συνεχίζει την εφημερίδα της κι εγώ θυμάμαι και σημειώνω στα πεταχτά ό,τι με οδήγησε εδώ που είμαι τώρα.

Είναι αλήθεια ότι ο τελευταίος καιρός ήταν ιδιαίτερα πιεστικός για μένα. Ήταν η υποστήριξη, με το απίστευτο τρέξιμο της τελευταίας στιγμής για ψιλοδιορθώσεις, φωτοτυπίες κλπ. Θυμήθηκα τον πατέρα μου, όταν φόρτωνε το γκολφάκι του, για να πάμε στη Δαμάστα το καλοκαίρι. Με ακρίβεια χιλιοστού έχτιζε κάθε λογής απίστευτο μπαγκάζι στο αμάξι. Δεν χανόταν ούτε κυβικό εκατοστό!.. Ωστόσο, έτρεμε τα πράγματα της τελευταίας στιγμής. Έτσι κι εγώ. Λίγο κάτι φωτογραφίες, λίγο κάτι πίνακες, λίγο κάτι ψιλοαλλαγές, τράβηξα το άγχος της αρκούδας. Και σα να μην έφτανε αυτό, είχα και δύο papers να τρέχουν: το ένα, το πιο πιεστικό, ήταν για την Εσθονία, για το CIM07 που θα πάμε με τον Τάκη τον Τζεβελέκο. Έπρεπε, άκουσον άκουσον, 30 Μαϊου να έχουμε στείλει το paper. Ζήτησα και πήρα παράταση δέκα ημερών. Ουσιαστικά, θα έπρεπε να το στείλουμε την παραμονή της υποστήριξής μου. Αποτέλεσμα: τις τρεις τελευταίες ημέρες (μια που είμαστε και οι δυο της τελευταίας στιγμής...) δουλεύαμε από τις 10 το πρωί ως τις 3 τα ξημερώματα συνεχώς. Τα είχαμε παίξει!!! Είχα αφήσει κατά μέρους το διδακτορικό και ασχολιόμουνα με το paper της Εσθονίας. Ώσπου ξημερώνει ο Θεός τη Δευτέρα. Ο Τάκης είχε βάλει το ξυπνητήρι στις 5 το πρωί, για να δουλέψει, λέει, μετά από μόλις μια ώρα ύπνο. Έπεσε κάτω... Συνέχισε να το σουλουπώνει στη δουλειά του με φρενήρεις ρυθμούς. Ώσπου, γύρω στις 12, σκάει ένα email από Εσθονία: “Ξέρετε, δεν θα βγάλουμε CD με τα πρακτικά, οπότε μην αγχώνεστε, στείλτε το στις 30 Ιουνίου. Παίρνω τον Τάκη κατευθείαν. “Κάθεσαι”; “Κάθομαι”. “Πάρε μια ανάσα”. Παίρνει μια ανάσα. “Το και το”. Ακούστηκε ένα “ουυυυυφ” που ακόμη το θυμάμαι. Έτσι, είχα την ευκαιρία να χαλαρώσω, να ηρεμήσω και να πάω στην υποστήριξη.

[...]

Τώρα στην Ελλάδα είναι μεσάνυχτα. Εδώ, ωστόσο, έχει ακόμα ένα κοκκινωπό φως στον ορίζοντα. Η Λένα τώρα θα κοιμάται, το ίδιο και ο Νικόλας. Τώρα τελευταία δεν κοιμάται το μεσημέρι. Αυτό σημαίνει απίστευτο εκνευρισμό γι’ αυτόν και απίστευτη εξάντληση για τη Λένα. Ήταν να έρθει και αυτή μαζί μου. Ωστόσο, δεν μπορούσε να αφήσει τον Νικόλα για τόσες ημέρες!.. Έτσι, κάνω μόνος μου αυτό το ταξίδι. Μου λείπει αφάνταστα!.. Ίσως, όμως, να είναι καλύτερα έτσι. Ίσως να πρέπει να ηρεμήσω λίγο από την πίεση του διδακτορικού. Να περπατήσω, να γνωρίσω κόσμο, να κάνω τις επαφές μου, να βουτήξω μέσα στη θάλασσα, να κολυμπήσω με όλη τη μανία που πηγάζει από τη συσσωρευμένη πίεση των τελευταίων χρόνων και να βγώ στην αντίπερα όχθη εξαντλημένος, αλλά θεραπευμένος!..

Αισθάνομαι σαν να γυρίζω σελίδα με αυτό μου το ταξίδι. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Λίγες μέρες πριν, είχα την αίσθηση ότι όλη μου τη ζωή ήμουνα υποψήφιος διδάκτορας. Στο βλέμμα όλων έβλεπα τη συγκατάβαση: “άντε, γιατί δεν τελειώνεις”. Αυτό έπαψε πια να είναι εμπόδιο για μένα. Πρέπει να το συνειδητοποιήσω!.. Όπως μου έλεγε και ένας φίλος μου, “τα καλύτερα έρχονται”. Μακάρι να είναι έτσι. Τύπωσα, μάλιστα, και καρτούλες, για να έχω για τις επαφές μου τόσο στη Σκοτία, όσο και στην Εσθονία. Είναι στα αγγλικά. Το “Dr. Haris Sarris” που γράφουν πάνω ομολογώ ότι με ξενίζει. Δεν κρύβει πίσω του έπαρση, αλήθεια λέω. Κρύβει, απλά, μια ιδιότητα που έφτυσα αίμα για να κατακτήσω.

Τον τελευταίο καιρό ηχεί στα αφτιά μου μια καταπληκτική καρπάθικη μαντινάδα.

Πόσες φορές μεσάνυχτα και νύχτες επερπάτου
πόσες φορές η αστραπή μού ‘δινε φως κι επάτου

Αυτή η μαντινάδα λες και βγήκε για μένα, για να περιγράψει την περιπέτειά μου με το διδακτορικό. Αισθάνομαι σαν να έσκαψα ένα τούνελ με τα νύχια και να βγήκα στο φως! Ο κόσμος, όμως, έχει προχωρήσει κι εγώ ψάχνομαι για να προσανατολιστώ. Βγήκα σοφότερος από αυτό το τούνελ, δε λέω. Όμως, είμαι στο σημείο μηδέν! Επαγγελματικά δεν έχω τίποτα στα χέρια μου, παρεκτός τη συνεργασία μου με το Hitech. Μας τσάκισαν τα έξοδα για τα δύο ταξίδια μου, στη Σκοτία και στην Εσθονία. Η Λένα, πάντως, ήταν απόλυτη! Επέμενε να πάω και στα δύο. Ήθελε, από τη μια, να γνωρίσω κόσμο και από την άλλη να ξεφύγω λίγο από την πίεση του διδακτορικού, να ηρεμήσω και να χαλαρώσω. Αχ βρε Λένα...

Σε αυτό το σημείο σταματάω. Ετοιμαζόμαστε για προσγείωση στο Εδιμβούργο.

Στο Εθνικό Μουσείο της Σκοτίας
Πέμπτη, 20 Ιουνίου.

Ξύπνησα πολύ πρωί, γύρω στις 6. Από το δωμάτιό μου φαινόταν ένας καταπληκτικός κήπος με γκαζόν, λουλούδια, δέντρα... Μια και δυο, γύρω στις 7:30 πήγα για πρωινό. Μπουφές. Αφθονία. Ήμουνα έτοιμος για την πρώτη μου βόλτα στην πόλη. Μια αναγκαία αναζήτηση στο ίντερνετ για το πού θα πάω, ερώτηση στον θυρωρό για το ποιο λεωφορείο να πάρω, απάντηση με βαριά σκοτσέζικη προφορά...

Βρέθηκα να περιπλανιέμαι, κουβαλώντας τη θεόβαρη τσάντα μου με τον mac μέσα. Αισθανόμουνα περίεργα. Γύρω μου ένα μουντό τοπίο, με την ομίχλη να σκεπάζει τα πάντα, κάνοντάς τα να εξαϋλώνονται. Ψηλά κτήρια με μυτερές στέγες και χοντρούς πέτρινους τοίχους να στέκονται καμαρωτά σε πλατείς δρόμους, σε μια πόλη μικρή για τα δεδομένα της Αθήνας, η οποία, όμως, σέβεται την ανθρώπινη κλίμακα. Ένας καπουτσίνο σ’ ένα εμπορικό κέντρο, ως έναρξη της “τελετής” του ταξιδιού. Ατελείωτη περιπλάνηση σε δρόμους, πλατείες, πάρκα. Έφτασα και μέχρι το κάστρο. Δεν ανέβηκα, όμως, μέχρι πάνω-πάνω. Είχα αρχίσει να κουράζομαι. Έτσι, είπα να επισκεφτώ το Εθνικό Μουσείο της Σκοτίας.

Μπαίνω μέσα και πρώτη μου ερώτηση, θες από κεκτημένη ταχύτητα, θες από εγαγγελματική διαστροφή, ήταν “πού έχει γκάιντες”. Μου είπαν στον 5ο όροφο. Ευτυχώς, είδα μια ταμπέλα για ξεναγήσεις, οι οποίες γίνονταν σχεδόν κάθε μια ώρα. Έκανα μια βόλτα, έβγαλα φωτογραφίες και στις 11:30 ήμουνα στο σημείο συνάντησης. Ξεναγός μας ένας εξηντάρης, με πολύ καλό στήσιμο, σχεδόν ηθοποιού. Πρώτα μας πήγε στο υπόγειο. Πρώτη στάση: μια ΠΕΤΡΑ. Ένας γρανίτης, ο οποίος αποδεικνύει ότι η Σκοτία ανήκει στην Αμερική, αλλά με τον καιρό, με τη μετακίνηση των τεκτονικών πλακών, ήρθε και προσκολλήθηκε στην Αγγλία. Πρώτη κρούση... Στη συνέχεια, μας ξενάγησε στα προϊστορικά ευρήματα. Μια σειρά από τεράστια, σύγχρονης τεχνοτροπίας μαντεμένια αγάλματα ήταν σε παράταξη. Ενσωματωμένα στα χέρια τους, στο στήθος τους, στα αφτιά τους, ανάλογα, είχαν μικρές βιτρινούλες, όπου βρίσκονταν κάποια μεμονωμένα αντικείμενα: ένα βραχιολάκι, ένα σκουλαρίκι... Κορυφαίο αντικείμενο, ένα κολιέ από σφυρήλατο χρυσό, για το οποίο μας μίλαγε δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα. “Απόδειξη ότι δεν ήταν βάρβαροι αυτοί που το κατασκεύασαν”... Δεύτερη κρούση. Δεν αμφιβάλλω για τη συναισθηματική αξία αυτού του ευρήματος. Πάντως, σίγουρα θα πέρναγε απαρατήρητο ακόμη και στο τελευταίο ανθυπομουσείο της Ελλάδας!.. Εκεί, ωστόσο, το είχαν ως κόρη οφθαλμού. Κι επειδή δεν τους έβγαιναν τα ευρήματα, έπρεπε να βρουν τρόπο να παρουσιάσουν αυτά τα λίγα που είχαν. Και τον βρήκαν. Τα ενέταξαν σε έργα σύγχρονης γλυπτικής!..

Στο ίδιο επίπεδο βρίσκονταν και κάτι (λίγες) αρχαίες πέτρινες ανάγλυφες παραστάσεις από κάποιες αρχαίες φυλές της περιοχής. Ξανά το ίδιο σκηνικό: μια γυναίκα κάθεται πάνω σε άλογο, σαν να πηγαίνει σε πόλεμο. “Για να φτάσουν να κάνουν τέτοια πράγματα δεν ήταν βάρβαροι”. Το ίδιο σκηνικό και στα ρωμαϊκής εποχής ευρήματα. Ένα πέτρινο λιοντάρι, φαγωμένο από τον καιρό, που μαρτυρούσε τον τάφο κάποιου επιφανούς Ρωμαίου. Αυτός που το βρήκε, πριν λίγα μόλις χρόνια, πήρε ένα αστρονομικότατο ποσο. Σε αντίθεση με κάποιον άλλο, που βρήκε πριν εκατό περίπου χρόνια κάτι κοκκάλινα ανθρωπάκια, πιόνια σκακιού, κάποια από τα οποία κατέληξαν στο μουσείο του Λονδίνου και πρόσφατα για να τα δανείσουν, ως εγγύηση, ζήτησαν το βάρος τους σε διαμάντια...

Η περιπλάνηση συνεχίστηκε μέσα από τη νεότερη ιστορία. Έκανε ειδική μνεία σ’ ένα –ιστορικό γι’ αυτούς- αντικείενο: ένα ασημένιο σετ πικ-νικ, αποτελούμενο από ποτήρι, πηρούνι, κουτάλι, μαχαίρι και διάφορες τέτοιες αηδίες, το οποίο ανήκε στον τάδε πρίγκηπα κλπ. Το αγοράσαν αντί ενός μυθικού ποσού, το οποίο, και μόνο να το προφέρεις, σε πιάνει λιποθυμία!.. Ενδιαφέρον είχε η αίθουσα που ήταν αφιερωμένη στην βιομηχανική επανάσταση. Με αργαλειούς, τεράστιες αντλίες νερού, λέβητες... Η ξενάγηση τελείωσε με μια βόλτα στην ταράτσα, υποτίθεται για να δούμε την πόλη, η οποία, ωστόσο, μας κρυβόταν μέσα στην ομίχλη. Γύρω –γύρω παρτέρια με κάθε λογής φυτά από όλη τη Σκοτία. Ταπεινά χορταράκια τα περισσότερα, αποκτούσαν άλλη διάσταση με τις καρτελίτσες που έγραφαν το τοπικό και το επιστημονικό τους όνομα. Ένας χάρτης να οδηγεί τον επισκέπτη από παρτέρι σε παρτέρι, ανάλογα με τα είδη. Πολύ έξυπνη ιδέα. Δεν μπορώ να φανταστώ την ταράτσα του Μουσείου Μπενάκη γεμάτη με ασπαλάθους, αγκαραθιές, αστιβίδες και φασκομηλιές... Πάντως, πρόκειται για τελείως παλαβό μουσείο. Δεν μπορείς να πεις ότι έχει μια φυσιογνωμία. Αντίθετα, αποτελείται από διάφορες συλλογές, άσχετες μεταξύ τους. Πέρα από τα ιστορικά που ανέφερα παραπάνω, έχουν ειδικό τομέα με την αναδρομή του 20ου αιώνα, μέσα από κομβικά τεχνολογικά επιτεύγματα: το mini cooper δίπλα στον φωνόγραφο και έναν παλαιό υπολογιστή amstrad, κουζίνες... Όλα άψογα τοποθετημένα, σε ειδικές βιτρίνες, ακολουθώντας μια πολύ έξυπνη λογική. Και για να δείξουμε ότι είμαστε παρόντες στις σύγχρονες εξελίξεις, σε ειδική βιτρίνα το βαλσαμωμένο σώμα της Ντόλι, του πρώτου κλωνοποιημένου προβάτου να περιστρέφεται συνεχώς γύρω από τον εαυτό του, ώστε ο επισκέπτης να το βλέπει απ’ όλες τις μεριές.

Βγαίνοντας από το Μουσείο δεν μπόρεσα να αποφύγω κάποιες σκέψεις. Θυμήθηκα τα λόγια του Δημήτρη Λέκκα, σε μια κουβέντα που είχαμε στην Καστοριά: “Ο καλύτερος τρόπος για να δεις συγκεντρωμένη την εθνική ιδεολογία μιας χώρας είναι να επισκεφτείς το μουσείο της”. Καθόλη τη διάρκεια της ξενάγησης, πέρα από το είδος των εκθεμάτων, τη σπουδαιότητά τους, την περίοδο, ηχούσε συνεχώς, κάτι σαν τον ισοκράτη της γκάιντας, το ακόλουθο μοτίβο: “Αυτοί ήταν οι πρόγονοί μας, οι οποίοι δεν είχαν σχέση με τους Άγγλους. Δεν ήταν βάρβαροι, έτσι τους παρουσίαζαν οι εκάστοτε κατακτητές. Σκοτσέζοι είναι σε όλον τον κόσμο, πολύ περισσότεροι απ’ όσοι είναι στη Σκοτία. Και μολονότι συνέβαλαν καθοριστικά στο στήσιμο της δημοκρατίας στην Αμερική, πριν διακόσια-τόσα χρόνια, η χώρα μας μόλις πριν 8 χρόνια απέκτησε δικό της κοινοβούλιο και υπάρχει συζήτηση για ανεξαρτησία, επιτέλους!”

Με τις σκέψεις αυτές συνέχισα τη βόλτα μου. Πήγα σ’ ένα μαγαζί με όργανα. Αγόρασα ένα practice chanter, δύο tin whistles, ένα βιβλίο, δύο αγαλματάκια με γκαϊντατζήδες. Τσίπησα κάτι. Νωρίς το απόγευμα γύρισα πίσω στο δωμάτιό μου. Έκανα πρόβα στο paper, διαβάζοντας παράγραφο-παράγραφο, κατόπιν σελίδα-σελίδα, κατόπιν όλο... τρεις ώρες γεμάτες. Έπεσα για ύπνο εξαντλημένος.

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Konkombe

Hitech, Ιούλιος 2004

Konkombe: The Nigerian Pop Music Scene
Σκηνοθεσία: Jeremy Marre
Εικόνα: 4/3
Ήχος: Αγγλικά, stereo
2000 Shanachie Entertainment Corp. 1 DVD, περιοχής 1,
Διάρκεια: 60 λεπτά.

Από πού πηγάζουν όλα τα ακούσματα της «Αφρο-ποπ» σκηνής που έχουν κατακτήσει το δυτικό κοινό; Πού στηρίζεται η τάση του world beat; Και πώς ο δυτικός ήχος «μπολιάζει» τη μουσική σκηνή μιας χώρας με μια ιστορία ταραγμένη από την αποικιοκρατία, τους εμφυλίους πολέμους και τα στρατιωτικά πραξικοπήματα;

Όλα τα παραπάνω θέματα τα διαπραγματεύεται ο Βρετανός σκηνοθέτης Jeremy Marre στην ταινία του “Konkombe”, η οποία είναι αφιερωμένη στα πρόσωπα της ποπ μουσικής της Νιγηρίας. Το DVD αυτό είναι ένα μουσικό οδοιπορικό, εμπλουτισμένο με ιστορικά και εθνογραφικά στοιχεία, καλύπτοντας το πέρασμα από τον παραδοσιακό ήχο έως την εξηλεκτρισμένη μουσική σκηνή…

Μια γεύση από το μουσικό υπόστρωμα της χώρας μπορείτε να πάρετε παρακολουθώντας έναν τυφλό βάρδο να τραγουδά στους δρόμους της πρωτεύουσας, συνοδεύοντας το τραγούδι του μ’ ένα ντέφι, σχολιάζοντας την επικαιρότητα. Ή, ακόμη, μέσω τριών μουσικών που συνοδεύουν το τραγούδι τους μ’ ένα πρωτόγονο λαούτο.

Από ‘κει και πέρα, οι μουσικές αυτές μετασχηματίζονται με την προσθήκη δυτικών οργάνων. Ο προσεκτικός ακροατής μπορεί να παρατηρήσει την «ειδική» χρήση οργάνων όπως η ηλεκτρική κιθάρα, μ’ έναν τρόπο που θυμίζει τα πρωτόγονα λαούτα. Από την άλλη, βλέπει την τάση για εισαγωγή της δυτικής αρμονίας τόσο μέσω οργάνων όπως το ακορντεόν, όσο και μέσα από το πολυφωνικό τραγούδι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ένας ιερέας, που έχει γράψει πολλούς ύμνους, οι οποίοι έχουν κρατήσει την αίσθηση του ρυθμού από το μουσικό περιβάλλον της Νιγηρίας, αλλά κινούνται στη δυτική μουσική γλώσσα.

Η επίδραση της Δύσης, ωστόσο, δεν είναι μόνο σε μουσικό αλλά και σημειολογικό επίπεδο. Η εικόνα του συγκροτήματος με τις ηλεκτρικές κιθάρες και τα μπάσα στη σκηνή αντιγράφεται σε όλα τα επίπεδα: από τα τραγούδια με έντονο πολιτικό μήνυμα, που απευθύνονται στις μάζες έως τους επίσημους μουσικούς – διασκεδαστές του τοπικού βασιλιά, που αναδίδουν μια κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα.

Αυτά και άλλα πολλά μπορείτε να βρείτε σ’ αυτό το ενδιαφέρον DVD. Ήχοι που, αν προσέξετε, «κάτι σας θυμίζουν». Πολλά, άλλωστε, από τα καραβάνια των σκλάβων που οδηγήθηκαν στην Αφρική προέρχονταν από τη Νιγηρία. Και ο ήχος τους, σιγά – σιγά, έθεσε τα θεμέλια για το μπλουζ και την τζαζ αλλά και τη σάμπα!..

Μια ταινία που αξίζει να δείτε, με την κινηματογραφική γλώσσα να μας ξεναγεί σε μουσικές και αισθήσεις!..

*****

Καλώς ήλθατε στα "Ανθολογήματα"

Καλώς ορίσατε στο blog του Χάρη Σαρρή.

Μοιράζομαι μαζί σας γραφτά για τη μουσική, κείμενα, φωτογραφίες, σκέψεις και ό,τι άλλο βάλει ο νους και η φαντασία μου!