Κυριακή 3 Μαΐου 2009

Τον τελευταίο καιρό φαίνεται ότι ξανα-ανακαλύπτω αυτό το καταπληκτικό τραγούδι του Robert Johnson... Δεν άντεξα και αποτόλμησα μια ελεύθερη απόδοσή του στα ελληνικά.


I went to the crossroad, fell down on my knees
I went to the crossroad, fell down on my knees
Asked the Lord above "Have mercy, now save poor Bob, if you please"

Yeoo, standin' at the crossroad, tried to flag a ride
Ooo eeee, I tried to flag a ride
Didn't nobody seem to know me, babe, everybody pass me by

Standin' at the crossroad, baby, risin' sun goin' down
Standin' at the crossroad, baby, eee, eee, risin' sun goin' down
I believe to my soul, now, poor Bob is sinkin' down

You can run, you can run, tell my friend Willie Brown
You can run, you can run, tell my friend Willie Brown
That I got the crossroad blues this mornin', Lord, babe, I'm sinkin' down

And I went to the crossroad, mama, I looked east and west
I went to the crossroad, baby, I looked east and west
Lord, I didn't have no sweet woman, ooh well, babe, in my distress


Πήγα στο σταυροδρόμι
κι έπεσα στα γόνατα

Είπα: “Έλεος, Θεέ μου, σώσε τον φτωχό Bob, σε παρακαλώ”...

Εκεί, στο σταυροδρόμι,
προσπάθησα να σταματήσω κάποιον να με πάρει μαζί του.
Κανείς δεν φαινόταν να με ξέρει.
Όλοι με προσπερνούσαν.

Εκεί, στο σταυροδρόμι...
Ο ήλιος έβγαινε και έπεφτε.
Μα την αλήθεια, ο φτωχός ο Bob βουλιάζει.

“Μπορείς να τρέξεις, μπορείς να ξεφύγεις” μου λέει ο φίλος μου ο Willie Brown.
Η απόγνωση με βρήκε εκεί, στο σταυροδρόμι. Βουλιάζω...

Πήγα στο σαυροδρόμι. Κοίταξα στην ανατολή, κοίταξα στη δύση
Θεέ μου, δεν έχω μια γλυκιά γυναίκα για να με νοιαστεί στον πόνο μου.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Το κούρεμα του Νικόλα




Όταν ο μπαμπάς δεν μπορεί να αποχωρηστεί την παλαιά καλή του Rollei 35 S και επιμένει να τραβά ασπρόμαυρο φιλμ στον καιρό της ψηφιακής τεχνολογίας...

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Λόγος για την ομορφιά...

[Κείμενο που έστειλα στο Blog της Λουκίας Ρικάκη για την ταινία "You, my mirror"]

Αν είν’ η μέρα όμορφη την κάνει το σκοτίδι
κι αν έχει αξία η ζωή ο θάνατος τη δίδει

Αισθήσεις σαν κι αυτές που πηγάζουν από τους παραπάνω στίχους είναι που συνθέτουν την δική μου ομορφιά! Μια ομορφιά που, πολλές φορές, βρίσκεται κρυμένη μέσα στη σιωπή, τη λήθη και τη μοναξιά των ανθρώπων που την φέρουν. Που όμως αρκεί το άγγιγμα ενός ‘μαγικού ραβδιού’ για να ξεχυθεί κοχλάζοντας στην επιφάνεια και να γίνει ποίηση, μουσική, συγκίνηση, αναπόληση, κλάμα, λύτρωση...

Μέσα από την έρευνά μου (είμαι εθνομουσικολόγος) έχω πολλές φορές αξιωθεί να δω αυτό το ‘μαγικό ραβδί’ και να γίνω κοινωνός με ό,τι πιο όμορφο έχει να προσφέρει ένας άνθρωπος. Την έκσταση του γλεντιού! Εγώ, ένας άγνωστος, να γίνομαι ομοτράπεζος και να παρακολουθώ το τελετουργικό του γλεντιού: μια πορεία δυναμική, με τους δικούς της κώδικες κάθε φορά. Κάτι σαν τη συζήτηση ή, καλύτερα, σαν την ερωτική πράξη. Με το παιχνίδισμα των συμμετεχόντων και με τις στιγμές της αμηχανίας να δίνουν τη θέση τους σε στιγμές κλιμακούμενης έντασης. Οι συμμετέχοντες σιγά-σιγά ανεβαίνουν... σαν να σκαρφαλώνουν ένα βράχο όλοι μαζί και να κρατά ο ένας τον άλλον από το χέρι για να μην πέσει ή να μη λιποψυχήσει... Και ν’ ανεβαίνουν... και όλο ν’ ανεβαίνουν... Και τότε, ένας–ένας, ή και όλοι μαζί, να βιώνουν αυτήν την οργασμική μέθεξη. Είναι κάτι που δεν περιγράφεται. Ή το βιώνεις, ή δεν το βιώνεις! Σαν να παγώνει ο χρόνος, ή μάλλον σαν να παγώνεις εσύ τον χρόνο και να κρατάς μέσα σου από τον άλλον αυτήν την ύψιστη στιγμή της κοινής σας έκστασης, σαν κάθετι άλλο να είναι περιττό για να τον θυμάσαι έκτοτε! Τότε, και μόνον τότε, μπορείς να καταλάβεις πράγματα δυσδιάκριτα στον αμύητο: τον σεβασμό που ο εβδομηναπεντάχρονος Βάιος δείχνει προς τον ογδοντάχρονο Βασίλη, την ένταση του ενενηνταπεντάχρονου γερο-βιολιτζή που δεν μπορεί να περπατήσει, κι όμως χορεύει, τραγουδώντας αμανέδες στη φωτογραφία της μακαρίτισσας γυναίκας του, την ενέργεια στο χέρι του γερο-γκαϊντατζή που σε αρπάζει και σε οδηγεί στο δωμάτιο του σκοτωμένου γιου του... Είναι, κοντολογίς, σαν να πετάς τον εαυτό σου σαν μπαλάκι στον άλλον και να σου το επιστρέφει, αφού πρώτα έχεις καταδυθεί στα σώψυχά του.

Και ύστερα η σιωπή. Μια ανατολή ύστερα από ολονύχτιο γλέντι, ένας καφές, μερικές ματιές ‘συνεννοχής’ την επόμενη ημέρα με την ανάμνηση ακόμη νωπή. Καθένας γυρίζει στον κοσμο του. Εκείνοι στον δικο τους, εσύ στον δικό σου. Κάτι, όμως, μέσα σου σε καίει. Η ομορφιά αυτή είναι πολύ βαριά... Εύχεσαι να είχες σαράντα ζωές για να περιγράφεις αυτά που έχεις βιώσει μέσα σε λίγες μέρες μπας και περισώσεις κάτι από τη μαγεία. Σού ‘ρχεται να αναποδογυρίσεις ένα κασόνι, να ανέβεις πάνω και ν’ αρχίσεις να φωνάζεις “Να η ομορφιά! Κοιτάξτε την! Ανακαλύψτε την! Μην την προσπερνάτε!..”. Γρήγορα, όμως, διαπιστώνεις ότι λίγοι είναι αυτοί που μπορούν να σε παρακολουθήσουν. Δεν είναι ότι σε περιφρονούν. Απλά, δεν μπορούν πάντα να σε νιώσουν. Άλλωστε, η ομορφιά είναι κάτι υποκειμενικό και έχει χιλιάδες πρόσωπα: από το πιο ‘πλαστικό’ μέχρι το πιο υπερβατικό και εκστατικό. Καθένας κυνηγά την ομορφιά που μπορεί να σηκώσει. Έτσι, έχει την ομορφιά που του αξίζει!..

Κάπου μέσα μου έχω ένα σακούλι που αποθηκεύω όλες αυτές τις ομορφιές. Σε στιγμές ενδοσκόπησης, περισυλλογής, προβληματισμού, αυτές είναι που μου χαράζουν την πορεία. Αυτές είναι που μου δίνουν καθαρή σκέψη και σταθερά βήματα. Είναι ο θησαυρός μου! Είναι κάτι που δεν μεταβιβάζεται. Απλά, μοιράζεται...

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008

Το πρώτο ταξίδι ως -επιτέλους- Διδάκτορας...

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2007.

Η ώρα είναι 22:10, ώρα Γερμανίας, απ’ όπου έχω ξεκινήσει, 23:10 ώρα Ελλάδας και 21:10 ώρα Αγγλίας, εκεί που πηγαίνω. Αυτή τη στιγμή που γράφω κάνω κάτι το οποίο είχα ονειρευτεί πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Βρίσκομαι στο κάθισμα ενός αεροπλάνου, γράφοντας στον Apple υπολογιστή που ονειρευόμουνα να αποκτήσω χρόνια ολόκληρα, και που κάθε τόσο έμπαινα στο site της Apple για να δω: τι έγινε... βγήκε το καινούριο μοντέλο; Δε βγήκε; Πότε είναι η πιο κατάλληλη χρονική συγκυρία να αγοράσω... Και πόσο ν’ αντέξει κανείς... Για να μην τα πολυλογώ, τον αγόρασα στις 15 Δεκεμβρίου, ως δώρο για το Διδακτορικό μου που είχε ήδη δρομολογηθεί και που περίμενα, κάποια στιγμή τον επόμενο καιρό, να υποστηριχθεί. Ξέχασα να αναφέρω ότι κάθομαι στο αριστερό παράθυρο. Κάτω μου, στο φως του σούρουπου, βλέπω τα σύννεφα σα μπαμπάκια... καταπληκτικό συναίσθημα! Πριν από λίγο έβλεπα τη Φρανκφούρτη, να είναι ρυμοτομημένη συνοικίες-συνοικίες, ανάμεσα σε τεράστιες εκτάσεις δάσους. Πώς είναι η Αθήνα; Καμία σχέση!..

Τον τελευταίο καιρό με το διδακτορικό μου με είχε πιάσει το ‘σύνδρομο της κουράδας’. Που σημαίνει ότι το σφίξιμο τόσων χρόνων είχε επιτέλους αποδώσει καρπούς. Η διαδικασία είχε πλέον δρομολογηθεί. Απέμενε να φύγει η κουράδα από πάνω μου και να ακουστεί, μετα το λυτρωτικό “ααααχ”, το “πλουπ” μέσα στη λεκάνη...

Πετάμε πάνω από τη Μάγχη. Πριν λίγο είδα μια ατέλειωτη παραλία. Άραγε, εκεί να έγινε η Απόβαση της Νορμανδίας; Πόσα κορμάκια να έπεσαν εκεί άραγε;.. Ακόμη θυμάμαι αυτές τις συγκλονιστικές σκηνές μάχης από τη “Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν”. Τώρα, εγώ συνταξιδεύω με τους απόγονους όσων έκαναν την Απόβαση και όσων αμύνθηκαν. Η γραμμή του ορίζοντα είναι κόκκινη. Το φτερό του αεροπλάνου λίγο γέρνει, λίγο επιστρέφει στη θέση του, η διπλανή μου ξύπνησε από τον υπνάκο της και συνεχίζει την εφημερίδα της κι εγώ θυμάμαι και σημειώνω στα πεταχτά ό,τι με οδήγησε εδώ που είμαι τώρα.

Είναι αλήθεια ότι ο τελευταίος καιρός ήταν ιδιαίτερα πιεστικός για μένα. Ήταν η υποστήριξη, με το απίστευτο τρέξιμο της τελευταίας στιγμής για ψιλοδιορθώσεις, φωτοτυπίες κλπ. Θυμήθηκα τον πατέρα μου, όταν φόρτωνε το γκολφάκι του, για να πάμε στη Δαμάστα το καλοκαίρι. Με ακρίβεια χιλιοστού έχτιζε κάθε λογής απίστευτο μπαγκάζι στο αμάξι. Δεν χανόταν ούτε κυβικό εκατοστό!.. Ωστόσο, έτρεμε τα πράγματα της τελευταίας στιγμής. Έτσι κι εγώ. Λίγο κάτι φωτογραφίες, λίγο κάτι πίνακες, λίγο κάτι ψιλοαλλαγές, τράβηξα το άγχος της αρκούδας. Και σα να μην έφτανε αυτό, είχα και δύο papers να τρέχουν: το ένα, το πιο πιεστικό, ήταν για την Εσθονία, για το CIM07 που θα πάμε με τον Τάκη τον Τζεβελέκο. Έπρεπε, άκουσον άκουσον, 30 Μαϊου να έχουμε στείλει το paper. Ζήτησα και πήρα παράταση δέκα ημερών. Ουσιαστικά, θα έπρεπε να το στείλουμε την παραμονή της υποστήριξής μου. Αποτέλεσμα: τις τρεις τελευταίες ημέρες (μια που είμαστε και οι δυο της τελευταίας στιγμής...) δουλεύαμε από τις 10 το πρωί ως τις 3 τα ξημερώματα συνεχώς. Τα είχαμε παίξει!!! Είχα αφήσει κατά μέρους το διδακτορικό και ασχολιόμουνα με το paper της Εσθονίας. Ώσπου ξημερώνει ο Θεός τη Δευτέρα. Ο Τάκης είχε βάλει το ξυπνητήρι στις 5 το πρωί, για να δουλέψει, λέει, μετά από μόλις μια ώρα ύπνο. Έπεσε κάτω... Συνέχισε να το σουλουπώνει στη δουλειά του με φρενήρεις ρυθμούς. Ώσπου, γύρω στις 12, σκάει ένα email από Εσθονία: “Ξέρετε, δεν θα βγάλουμε CD με τα πρακτικά, οπότε μην αγχώνεστε, στείλτε το στις 30 Ιουνίου. Παίρνω τον Τάκη κατευθείαν. “Κάθεσαι”; “Κάθομαι”. “Πάρε μια ανάσα”. Παίρνει μια ανάσα. “Το και το”. Ακούστηκε ένα “ουυυυυφ” που ακόμη το θυμάμαι. Έτσι, είχα την ευκαιρία να χαλαρώσω, να ηρεμήσω και να πάω στην υποστήριξη.

[...]

Τώρα στην Ελλάδα είναι μεσάνυχτα. Εδώ, ωστόσο, έχει ακόμα ένα κοκκινωπό φως στον ορίζοντα. Η Λένα τώρα θα κοιμάται, το ίδιο και ο Νικόλας. Τώρα τελευταία δεν κοιμάται το μεσημέρι. Αυτό σημαίνει απίστευτο εκνευρισμό γι’ αυτόν και απίστευτη εξάντληση για τη Λένα. Ήταν να έρθει και αυτή μαζί μου. Ωστόσο, δεν μπορούσε να αφήσει τον Νικόλα για τόσες ημέρες!.. Έτσι, κάνω μόνος μου αυτό το ταξίδι. Μου λείπει αφάνταστα!.. Ίσως, όμως, να είναι καλύτερα έτσι. Ίσως να πρέπει να ηρεμήσω λίγο από την πίεση του διδακτορικού. Να περπατήσω, να γνωρίσω κόσμο, να κάνω τις επαφές μου, να βουτήξω μέσα στη θάλασσα, να κολυμπήσω με όλη τη μανία που πηγάζει από τη συσσωρευμένη πίεση των τελευταίων χρόνων και να βγώ στην αντίπερα όχθη εξαντλημένος, αλλά θεραπευμένος!..

Αισθάνομαι σαν να γυρίζω σελίδα με αυτό μου το ταξίδι. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Λίγες μέρες πριν, είχα την αίσθηση ότι όλη μου τη ζωή ήμουνα υποψήφιος διδάκτορας. Στο βλέμμα όλων έβλεπα τη συγκατάβαση: “άντε, γιατί δεν τελειώνεις”. Αυτό έπαψε πια να είναι εμπόδιο για μένα. Πρέπει να το συνειδητοποιήσω!.. Όπως μου έλεγε και ένας φίλος μου, “τα καλύτερα έρχονται”. Μακάρι να είναι έτσι. Τύπωσα, μάλιστα, και καρτούλες, για να έχω για τις επαφές μου τόσο στη Σκοτία, όσο και στην Εσθονία. Είναι στα αγγλικά. Το “Dr. Haris Sarris” που γράφουν πάνω ομολογώ ότι με ξενίζει. Δεν κρύβει πίσω του έπαρση, αλήθεια λέω. Κρύβει, απλά, μια ιδιότητα που έφτυσα αίμα για να κατακτήσω.

Τον τελευταίο καιρό ηχεί στα αφτιά μου μια καταπληκτική καρπάθικη μαντινάδα.

Πόσες φορές μεσάνυχτα και νύχτες επερπάτου
πόσες φορές η αστραπή μού ‘δινε φως κι επάτου

Αυτή η μαντινάδα λες και βγήκε για μένα, για να περιγράψει την περιπέτειά μου με το διδακτορικό. Αισθάνομαι σαν να έσκαψα ένα τούνελ με τα νύχια και να βγήκα στο φως! Ο κόσμος, όμως, έχει προχωρήσει κι εγώ ψάχνομαι για να προσανατολιστώ. Βγήκα σοφότερος από αυτό το τούνελ, δε λέω. Όμως, είμαι στο σημείο μηδέν! Επαγγελματικά δεν έχω τίποτα στα χέρια μου, παρεκτός τη συνεργασία μου με το Hitech. Μας τσάκισαν τα έξοδα για τα δύο ταξίδια μου, στη Σκοτία και στην Εσθονία. Η Λένα, πάντως, ήταν απόλυτη! Επέμενε να πάω και στα δύο. Ήθελε, από τη μια, να γνωρίσω κόσμο και από την άλλη να ξεφύγω λίγο από την πίεση του διδακτορικού, να ηρεμήσω και να χαλαρώσω. Αχ βρε Λένα...

Σε αυτό το σημείο σταματάω. Ετοιμαζόμαστε για προσγείωση στο Εδιμβούργο.

Στο Εθνικό Μουσείο της Σκοτίας
Πέμπτη, 20 Ιουνίου.

Ξύπνησα πολύ πρωί, γύρω στις 6. Από το δωμάτιό μου φαινόταν ένας καταπληκτικός κήπος με γκαζόν, λουλούδια, δέντρα... Μια και δυο, γύρω στις 7:30 πήγα για πρωινό. Μπουφές. Αφθονία. Ήμουνα έτοιμος για την πρώτη μου βόλτα στην πόλη. Μια αναγκαία αναζήτηση στο ίντερνετ για το πού θα πάω, ερώτηση στον θυρωρό για το ποιο λεωφορείο να πάρω, απάντηση με βαριά σκοτσέζικη προφορά...

Βρέθηκα να περιπλανιέμαι, κουβαλώντας τη θεόβαρη τσάντα μου με τον mac μέσα. Αισθανόμουνα περίεργα. Γύρω μου ένα μουντό τοπίο, με την ομίχλη να σκεπάζει τα πάντα, κάνοντάς τα να εξαϋλώνονται. Ψηλά κτήρια με μυτερές στέγες και χοντρούς πέτρινους τοίχους να στέκονται καμαρωτά σε πλατείς δρόμους, σε μια πόλη μικρή για τα δεδομένα της Αθήνας, η οποία, όμως, σέβεται την ανθρώπινη κλίμακα. Ένας καπουτσίνο σ’ ένα εμπορικό κέντρο, ως έναρξη της “τελετής” του ταξιδιού. Ατελείωτη περιπλάνηση σε δρόμους, πλατείες, πάρκα. Έφτασα και μέχρι το κάστρο. Δεν ανέβηκα, όμως, μέχρι πάνω-πάνω. Είχα αρχίσει να κουράζομαι. Έτσι, είπα να επισκεφτώ το Εθνικό Μουσείο της Σκοτίας.

Μπαίνω μέσα και πρώτη μου ερώτηση, θες από κεκτημένη ταχύτητα, θες από εγαγγελματική διαστροφή, ήταν “πού έχει γκάιντες”. Μου είπαν στον 5ο όροφο. Ευτυχώς, είδα μια ταμπέλα για ξεναγήσεις, οι οποίες γίνονταν σχεδόν κάθε μια ώρα. Έκανα μια βόλτα, έβγαλα φωτογραφίες και στις 11:30 ήμουνα στο σημείο συνάντησης. Ξεναγός μας ένας εξηντάρης, με πολύ καλό στήσιμο, σχεδόν ηθοποιού. Πρώτα μας πήγε στο υπόγειο. Πρώτη στάση: μια ΠΕΤΡΑ. Ένας γρανίτης, ο οποίος αποδεικνύει ότι η Σκοτία ανήκει στην Αμερική, αλλά με τον καιρό, με τη μετακίνηση των τεκτονικών πλακών, ήρθε και προσκολλήθηκε στην Αγγλία. Πρώτη κρούση... Στη συνέχεια, μας ξενάγησε στα προϊστορικά ευρήματα. Μια σειρά από τεράστια, σύγχρονης τεχνοτροπίας μαντεμένια αγάλματα ήταν σε παράταξη. Ενσωματωμένα στα χέρια τους, στο στήθος τους, στα αφτιά τους, ανάλογα, είχαν μικρές βιτρινούλες, όπου βρίσκονταν κάποια μεμονωμένα αντικείμενα: ένα βραχιολάκι, ένα σκουλαρίκι... Κορυφαίο αντικείμενο, ένα κολιέ από σφυρήλατο χρυσό, για το οποίο μας μίλαγε δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα. “Απόδειξη ότι δεν ήταν βάρβαροι αυτοί που το κατασκεύασαν”... Δεύτερη κρούση. Δεν αμφιβάλλω για τη συναισθηματική αξία αυτού του ευρήματος. Πάντως, σίγουρα θα πέρναγε απαρατήρητο ακόμη και στο τελευταίο ανθυπομουσείο της Ελλάδας!.. Εκεί, ωστόσο, το είχαν ως κόρη οφθαλμού. Κι επειδή δεν τους έβγαιναν τα ευρήματα, έπρεπε να βρουν τρόπο να παρουσιάσουν αυτά τα λίγα που είχαν. Και τον βρήκαν. Τα ενέταξαν σε έργα σύγχρονης γλυπτικής!..

Στο ίδιο επίπεδο βρίσκονταν και κάτι (λίγες) αρχαίες πέτρινες ανάγλυφες παραστάσεις από κάποιες αρχαίες φυλές της περιοχής. Ξανά το ίδιο σκηνικό: μια γυναίκα κάθεται πάνω σε άλογο, σαν να πηγαίνει σε πόλεμο. “Για να φτάσουν να κάνουν τέτοια πράγματα δεν ήταν βάρβαροι”. Το ίδιο σκηνικό και στα ρωμαϊκής εποχής ευρήματα. Ένα πέτρινο λιοντάρι, φαγωμένο από τον καιρό, που μαρτυρούσε τον τάφο κάποιου επιφανούς Ρωμαίου. Αυτός που το βρήκε, πριν λίγα μόλις χρόνια, πήρε ένα αστρονομικότατο ποσο. Σε αντίθεση με κάποιον άλλο, που βρήκε πριν εκατό περίπου χρόνια κάτι κοκκάλινα ανθρωπάκια, πιόνια σκακιού, κάποια από τα οποία κατέληξαν στο μουσείο του Λονδίνου και πρόσφατα για να τα δανείσουν, ως εγγύηση, ζήτησαν το βάρος τους σε διαμάντια...

Η περιπλάνηση συνεχίστηκε μέσα από τη νεότερη ιστορία. Έκανε ειδική μνεία σ’ ένα –ιστορικό γι’ αυτούς- αντικείενο: ένα ασημένιο σετ πικ-νικ, αποτελούμενο από ποτήρι, πηρούνι, κουτάλι, μαχαίρι και διάφορες τέτοιες αηδίες, το οποίο ανήκε στον τάδε πρίγκηπα κλπ. Το αγοράσαν αντί ενός μυθικού ποσού, το οποίο, και μόνο να το προφέρεις, σε πιάνει λιποθυμία!.. Ενδιαφέρον είχε η αίθουσα που ήταν αφιερωμένη στην βιομηχανική επανάσταση. Με αργαλειούς, τεράστιες αντλίες νερού, λέβητες... Η ξενάγηση τελείωσε με μια βόλτα στην ταράτσα, υποτίθεται για να δούμε την πόλη, η οποία, ωστόσο, μας κρυβόταν μέσα στην ομίχλη. Γύρω –γύρω παρτέρια με κάθε λογής φυτά από όλη τη Σκοτία. Ταπεινά χορταράκια τα περισσότερα, αποκτούσαν άλλη διάσταση με τις καρτελίτσες που έγραφαν το τοπικό και το επιστημονικό τους όνομα. Ένας χάρτης να οδηγεί τον επισκέπτη από παρτέρι σε παρτέρι, ανάλογα με τα είδη. Πολύ έξυπνη ιδέα. Δεν μπορώ να φανταστώ την ταράτσα του Μουσείου Μπενάκη γεμάτη με ασπαλάθους, αγκαραθιές, αστιβίδες και φασκομηλιές... Πάντως, πρόκειται για τελείως παλαβό μουσείο. Δεν μπορείς να πεις ότι έχει μια φυσιογνωμία. Αντίθετα, αποτελείται από διάφορες συλλογές, άσχετες μεταξύ τους. Πέρα από τα ιστορικά που ανέφερα παραπάνω, έχουν ειδικό τομέα με την αναδρομή του 20ου αιώνα, μέσα από κομβικά τεχνολογικά επιτεύγματα: το mini cooper δίπλα στον φωνόγραφο και έναν παλαιό υπολογιστή amstrad, κουζίνες... Όλα άψογα τοποθετημένα, σε ειδικές βιτρίνες, ακολουθώντας μια πολύ έξυπνη λογική. Και για να δείξουμε ότι είμαστε παρόντες στις σύγχρονες εξελίξεις, σε ειδική βιτρίνα το βαλσαμωμένο σώμα της Ντόλι, του πρώτου κλωνοποιημένου προβάτου να περιστρέφεται συνεχώς γύρω από τον εαυτό του, ώστε ο επισκέπτης να το βλέπει απ’ όλες τις μεριές.

Βγαίνοντας από το Μουσείο δεν μπόρεσα να αποφύγω κάποιες σκέψεις. Θυμήθηκα τα λόγια του Δημήτρη Λέκκα, σε μια κουβέντα που είχαμε στην Καστοριά: “Ο καλύτερος τρόπος για να δεις συγκεντρωμένη την εθνική ιδεολογία μιας χώρας είναι να επισκεφτείς το μουσείο της”. Καθόλη τη διάρκεια της ξενάγησης, πέρα από το είδος των εκθεμάτων, τη σπουδαιότητά τους, την περίοδο, ηχούσε συνεχώς, κάτι σαν τον ισοκράτη της γκάιντας, το ακόλουθο μοτίβο: “Αυτοί ήταν οι πρόγονοί μας, οι οποίοι δεν είχαν σχέση με τους Άγγλους. Δεν ήταν βάρβαροι, έτσι τους παρουσίαζαν οι εκάστοτε κατακτητές. Σκοτσέζοι είναι σε όλον τον κόσμο, πολύ περισσότεροι απ’ όσοι είναι στη Σκοτία. Και μολονότι συνέβαλαν καθοριστικά στο στήσιμο της δημοκρατίας στην Αμερική, πριν διακόσια-τόσα χρόνια, η χώρα μας μόλις πριν 8 χρόνια απέκτησε δικό της κοινοβούλιο και υπάρχει συζήτηση για ανεξαρτησία, επιτέλους!”

Με τις σκέψεις αυτές συνέχισα τη βόλτα μου. Πήγα σ’ ένα μαγαζί με όργανα. Αγόρασα ένα practice chanter, δύο tin whistles, ένα βιβλίο, δύο αγαλματάκια με γκαϊντατζήδες. Τσίπησα κάτι. Νωρίς το απόγευμα γύρισα πίσω στο δωμάτιό μου. Έκανα πρόβα στο paper, διαβάζοντας παράγραφο-παράγραφο, κατόπιν σελίδα-σελίδα, κατόπιν όλο... τρεις ώρες γεμάτες. Έπεσα για ύπνο εξαντλημένος.

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Konkombe

Hitech, Ιούλιος 2004

Konkombe: The Nigerian Pop Music Scene
Σκηνοθεσία: Jeremy Marre
Εικόνα: 4/3
Ήχος: Αγγλικά, stereo
2000 Shanachie Entertainment Corp. 1 DVD, περιοχής 1,
Διάρκεια: 60 λεπτά.

Από πού πηγάζουν όλα τα ακούσματα της «Αφρο-ποπ» σκηνής που έχουν κατακτήσει το δυτικό κοινό; Πού στηρίζεται η τάση του world beat; Και πώς ο δυτικός ήχος «μπολιάζει» τη μουσική σκηνή μιας χώρας με μια ιστορία ταραγμένη από την αποικιοκρατία, τους εμφυλίους πολέμους και τα στρατιωτικά πραξικοπήματα;

Όλα τα παραπάνω θέματα τα διαπραγματεύεται ο Βρετανός σκηνοθέτης Jeremy Marre στην ταινία του “Konkombe”, η οποία είναι αφιερωμένη στα πρόσωπα της ποπ μουσικής της Νιγηρίας. Το DVD αυτό είναι ένα μουσικό οδοιπορικό, εμπλουτισμένο με ιστορικά και εθνογραφικά στοιχεία, καλύπτοντας το πέρασμα από τον παραδοσιακό ήχο έως την εξηλεκτρισμένη μουσική σκηνή…

Μια γεύση από το μουσικό υπόστρωμα της χώρας μπορείτε να πάρετε παρακολουθώντας έναν τυφλό βάρδο να τραγουδά στους δρόμους της πρωτεύουσας, συνοδεύοντας το τραγούδι του μ’ ένα ντέφι, σχολιάζοντας την επικαιρότητα. Ή, ακόμη, μέσω τριών μουσικών που συνοδεύουν το τραγούδι τους μ’ ένα πρωτόγονο λαούτο.

Από ‘κει και πέρα, οι μουσικές αυτές μετασχηματίζονται με την προσθήκη δυτικών οργάνων. Ο προσεκτικός ακροατής μπορεί να παρατηρήσει την «ειδική» χρήση οργάνων όπως η ηλεκτρική κιθάρα, μ’ έναν τρόπο που θυμίζει τα πρωτόγονα λαούτα. Από την άλλη, βλέπει την τάση για εισαγωγή της δυτικής αρμονίας τόσο μέσω οργάνων όπως το ακορντεόν, όσο και μέσα από το πολυφωνικό τραγούδι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ένας ιερέας, που έχει γράψει πολλούς ύμνους, οι οποίοι έχουν κρατήσει την αίσθηση του ρυθμού από το μουσικό περιβάλλον της Νιγηρίας, αλλά κινούνται στη δυτική μουσική γλώσσα.

Η επίδραση της Δύσης, ωστόσο, δεν είναι μόνο σε μουσικό αλλά και σημειολογικό επίπεδο. Η εικόνα του συγκροτήματος με τις ηλεκτρικές κιθάρες και τα μπάσα στη σκηνή αντιγράφεται σε όλα τα επίπεδα: από τα τραγούδια με έντονο πολιτικό μήνυμα, που απευθύνονται στις μάζες έως τους επίσημους μουσικούς – διασκεδαστές του τοπικού βασιλιά, που αναδίδουν μια κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα.

Αυτά και άλλα πολλά μπορείτε να βρείτε σ’ αυτό το ενδιαφέρον DVD. Ήχοι που, αν προσέξετε, «κάτι σας θυμίζουν». Πολλά, άλλωστε, από τα καραβάνια των σκλάβων που οδηγήθηκαν στην Αφρική προέρχονταν από τη Νιγηρία. Και ο ήχος τους, σιγά – σιγά, έθεσε τα θεμέλια για το μπλουζ και την τζαζ αλλά και τη σάμπα!..

Μια ταινία που αξίζει να δείτε, με την κινηματογραφική γλώσσα να μας ξεναγεί σε μουσικές και αισθήσεις!..

*****

Fela Kuti: “Music is the weapon”

Hitech, Μάιος 2005

Fela Kuti: “Music is the weapon”
Σκηνοθεσία: Stéphene Tchal-Gadjieff & Jean Jacques Flori
Γλώσσα: αγγλικά, γαλλικά
Εικόνα: 4/3
Ήχος: PCM stereo
2002, Universal, 1 DVD, περιοχής 2
Διάρκεια: 53 λεπτά

Όταν η μουσική γίνεται φωνή διαμαρτυρίας, εργαλείο ταυτότητας, σύμβολο υπερηφάνειας αλλά και μέσο για τον αυτοσεβασμό…

Όλες αυτές οι δυνάμεις της μουσικές ξεπροβάλλουν μέσα από το μουσικό ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα στον Fela Kuti, μια θρυλική φιγούρα της μουσικής σκηνής της Νιγηρίας. Μια μορφή που ενσαρκώνει συμβολικά τους αγώνες, τις αγωνίες, τα αδιέξοδα και τις αναζητήσεις ενός ολόκληρου κόσμου. Πρόκειται για τον μουσικό που θεμελίωσε το ρεύμα του “afrobeat”, όπου στοιχεία από τις λαϊκές μουσικές της Αφρικής πλέκονται με τον σύγχρονο δυτικό ήχο. Ο ηλεκτρικός ήχος συναντά τα κρουστά και ο ρυθμός δίνει κάτι από την έντασή του στα αιχμηρά μηνύματα των στίχων.

Σίγουρα, ούτε η προσωπικότητα του Fela, ούτε η συγκυρία ήταν τυχαία για τον δρόμο που ακολούθησε. Γεννημένος στα τέλη του ’30, βίωσε πολύ έντονα τη μετάβαση από το αποικιακό καθεστώς στα κράτη – μαριονέτες και από ‘κει στους πολύχρονους και πολύνεκρους εμφυλίους που ταλάνισαν και ταλανίζουν όχι μόνον τη Νιγηρία, αλλά και ολόκληρη την Αφρική. Είχε την τύχη να σπουδάσει στο εξωτερικό. Έτσι, έζησε στην Αγγλία στα χρόνια του ’60, βιώνοντας την μουσική άνθιση των ημερών. Καταλυτική, ωστόσο, υπήρξε η εμπειρία της Αμερικής, όπου έζησε για δέκα περίπου μήνες. Ήταν τότε που «επαν-ανακάλυψε» την Αφρική, μέσα από τους αγώνες των μαύρων της Αμερικής. Η παρουσία του εκεί συνέπεσε με την ταραγμένη εποχή της δολοφονίας του Martin Luther King.

Η ταινία γυρίστηκε το 1982 (κυκλοφόρησε σε DVD το 2002), όταν ο Fela Kuti ήταν στο απόγειο της δόξας του, ύστερα από μια ακόμη επώδυνη περιπέτειά του με τις αρχές της Νιγηρίας. Άλλωστε, ο πολιτικός του λόγος, που έκανε για πρώτη φορά λόγο για τη δημοκρατία και αυτοδιάθεση πάντοτε ενοχλούσε… Η μουσική του (αποτυπωμένη στο θρυλικό club “Shrine” που ίδρυσε, μέσα σε μια ατμόσφαιρα μυσταγωγίας) πλέκεται με τον λόγο του. Μιλά για τη μουσική, την πολιτική, το όραμα του παναφρικανισμού τη θρησκεία. Όλα αυτά, ενώ ο θεατής βλέπει σκηνές από τη Νιγηρία των αντιθέσεων. Από τη μια η δυτικού τύπου αστική ζώνη (μια και η Νιγηρία είναι η τέταρτη χώρα σε παραγωγή πετρελαίου παγκοσμίως…) και από την άλλη οι ατελείωτες εξαθλιωμένες παραγκουπόλεις.

Και μέσα σ’ όλα αυτά, ο Fela Kuti να τραγουδά και να προσφέρει το όραμα ενός καλύτερου αύριο. Ένα όραμα που συνεχίζει σήμερα ο γιος του, Femi, ύστερα από τον θάνατό του. Έναν θάνατο που οφείλεται σε άλλη μια πληγή που ταλανίζει την Αφρική: το AIDS.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η ταινία είναι ιδιαίτερα προσεγμένη από αφηγηματικής σκοπιάς. Ισορροπεί με ακρίβεια ανάμεσα στη μουσική και στα πολιτικο – κοινωνικά συμφραζόμενα, με άξονα τον βιογραφούμενο μουσικό. Η χαμηλότερη από τα σημερινά στάνταρ ποιότητα της εικόνας ίσως απογοητεύσει κάποιους. Πιστεύουμε, ωστόσο, ότι η ταινία αξίζει αυτόν τον «συμβιβασμό».

Ένα γοητευτικό πορτρέτο του πατριάρχη της afrobeat σκηνής, που προτείνουμε σε όλους!

*****

Mandekalou

Hitech, Μάιος 2006

Mandekalou: The art and soul of the Mande griots
Σκηνοθεσία: Lionel Guedj
Γλώσσα: γαλλικά (αγγλικοί υπότιτλοι)
Εικόνα: 16/9
Ήχος: dolby stereo
2005, Syllart Productions, 1 DVD, περιοχής 2
Διάρκεια: 48 λεπτά

Στα βήματα των ραψωδών της Δυτικής Αφρικής
Ένα μουσικό DVD αφιερωμένο στους επιγόνους των ραψωδών της Δυτικής Αφρικής, που ακολουθούν τα χνάρια των προγόνων τους μέσα σ’ ένα μετααποικιακό περιβάλλον.

Πού τελειώνει το χθες; Πού οδηγεί το σήμερα; Και πώς οι ήχοι των προγόνων διεκδικούν μια θέση στο σύγχρονο, μετααποικιακό περιβάλλον αλλά και στη διεθνή μουσική σκηνή;

Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα προκύπτουν μέσα από αυτό το μουσικό οδοιπορικό, το οποίο είναι αφιερωμένο στους Mande «ραψωδούς» της Δυτικής Αφρικής. Πρόκειται για τραγουδιστές και μουσικούς οι οποίοι –στην κυριολεξία– ήταν οι «κινητές βιβλιοθήκες» και τα «κινητά αρχεία» της περιοχής. Σε αυτές τις κοινωνίες της προφορικής παράδοσης, αυτοί οι «ραψωδοί» (απόδοση της αγγλικής ονομασίας “griot”) μεταφέρουν μύθους, αφηγηματικές μπαλάντες, γενεαλογίες, θρύλους, παραδόσεις. Είναι οι «πνευματικοί ταγοί» ολόκληρων περιοχών, οι μαντατοφόροι και οι διαμεσολαβητές. Απαραίτητοι στις τελετουργίες αλλά και πολύτιμοι σε διενέξεις και εχθροπραξίες. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που μαύροι της Αμερικής κατόρθωσαν να βρουν στοιχεία για τους Αφρικανούς προγόνους τους χάρις στους θησαυρούς της προφορικής παράδοσης που είναι χαραγμένοι στη μνήμη αυτών των ραψωδών…

Ο όρος mande αφορά μια ομάδα γλωσσών, οι οποίες ομιλούνται από έναν μεγάλο αριθμό εθνοτικών ομάδων της Δυτικής Αφρικής. Κοιτίδα τους η Αυτοκρατορία του Μαλί, η οποία ήκμασε από τον 13ο ως τον 18ο περίπου αιώνα, την εποχή της αποικιοκρατίας. Οι ομάδες αυτές είναι εγκατεστημένες σε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή, με επίκεντρο τη Μπαμάκο και τη Κουρούσα, και εκτείνονται σε γειτονικές χώρες όπως η Μπουργκίνα Φάσο, η Σενεγάλη, η Γκάμπια, η Γουινέα, η Σιέρα Λεόνε, η Λιβερία, η Ακτή του Ελεφαντοστού, και η Γκάνα.

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον αυτό DVD μας ξεναγεί στη σημερινή εκδοχή του παλαιού αυτού ρεπερτορίου, το οποίο αναζητά τη θέση του στο σύγχρονο, παγκοσμιοποιημένο μουσικό γίγνεσθαι. Με τα πρώτα κομμάτια της ταινίας ο θεατής διαπιστώνει ότι έχει να κάνει με ακούσματα οικεία μέσω της έθνικ δισκογραφίας. Βελούδινα ηχοχρώματα από κιθάρα, αφρικάνικη άρπα cora ή άλλα έγχορδα, τα οποία εντάσσονται σε λιτές ενορχηστρώσεις. Οι μελωδικές γραμμές είναι ιδιαίτερα εκφραστικές και κινούνται σ’ ένα αυστηρά καθορισμένο πλαίσιο, το οποίο ορίζεται από τον ρυθμό, τις κλίμακες και τα μελωδικά σχήματα. Πρόκειται για μια μουσική φτιαγμένη από ιδιαίτερα λιτά υλικά, σχεδόν μινιμαλιστική, που όμως σου υποβάλλει τη μαγεία και τη ιδιαίτερη γοητεία της. Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι φωνές, με τα ηχοχρώματά τους να πλέκονται με αυτά των οργάνων.

Ένας άξονας της κινηματογραφικής αφήγησης είναι η παρουσίαση της ηχογράφησης κάποιων κομματιών στο στούντιο, για τις ανάγκες ενός άλμπουμ. Όπου εκεί, ο θεατής μπορεί να δει τους μουσικούς να λειτουργούν όπως οι δυτικοί συνάδελφοί τους, με μικρόφωνα, ακουστικά, τεχνική playback. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί παρά την κορυφή του παγόβουνου. Γιατί, πίσω από την εικόνα αυτή, ο φακός επιχειρεί να φωτίσει αθέατες πτυχές και παραμέτρους, αναδεικνύοντας την κρυμμένη διάσταση αυτών των μουσικών. Οι απόγονοι των παλαιών «ραψωδών» μιλάνε για τη μουσική τους και τον ιδιαίτερο ρόλο της, παίζουν, τραγουδάνε και διαχειρίζονται το παρελθόν ως στοιχείο ταυτότητας και υπερηφάνειας. Ένα όχημα για το Δυτικό Όνειρο, μέσα σ’ ένα αρκετά θολό μετααποικιακό περιβάλλον… Ιδιαίτερα εύγλωττες είναι οι εικόνες του περιβάλλοντος, οι οποίες σκιαγραφούν ανθρώπους, γιορτές, φτωχογειτονιές, και γενικά σκηνές της καθημερινότητας.

Ο προσεκτικός ακροατής θα παρατηρήσει αυτήν τη μοναδική ζεύξη του παλαιού με το νέο. Την τεχνική και αισθητική της αφρικάνικης cora να μεταλαμπαδεύεται στην κιθάρα. Ακούσματα από τη μπλουζ και τη τζαζ να εμποτίζουν τα κομμάτια με έναν τρόπο φυσιολογικό, μια και τα δύο αυτά είδη υπήρξαν παρακλάδια της ίδιας δυτικοαφρικάνικης μουσικής, τα οποία άνθισαν και κάρπισαν στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού. Θα παρατηρήσει τις φωνές να έχουν υιοθετήσει ένα βελούδινο ηχόχρωμα, αλλά να εξακολουθούν να κινούνται στα χνάρια του παρελθόντος. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι μια σκηνή όπου μια γυναίκα ξεδιπλώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά της τραγουδώντας. Η τεχνική της αφτιασίδωτη, μακριά από την ραφιναρισμένη αισθητική του στούντιο, μας επιτρέπει να κρυφοκοιτάξουμε σ’ ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, παίρνοντας μια ιδέα για το πώς περίπου λειτουργούσαν οι ραψωδοί του παρελθόντος.

Η εικόνα ακολουθεί και σκιαγραφεί τη ροή των γεγονότων, χωρίς να «σκηνοθετεί» ή να «ωραιοποιεί» το αποτέλεσμα. Η αφήγηση είναι χαλαρή, δίνοντας τον πρώτο λόγο στη μουσική. Ο ήχος είναι άρτιος τεχνικά, τόσο στις στουντιακές ηχογραφήσεις όσο και στις ζωντανές. Η εικόνα, από την άλλη, μεταφέρει κάποιες από τις τεχνικές δυσκολίες που συναντά κανείς σε καταγραφές πεδίου, ιδιαίτερα αν αυτό είναι η Δυτική Αφρική.

Μια ενδιαφέρουσα παραγωγή, με τη μουσική να έχει τον πρώτο λόγο και τον φακό να μας ξεναγεί και να σκιαγραφεί τις εικόνες των ήχων και τους ήχους των εικόνων!..

Καλώς ήλθατε στα "Ανθολογήματα"

Καλώς ορίσατε στο blog του Χάρη Σαρρή.

Μοιράζομαι μαζί σας γραφτά για τη μουσική, κείμενα, φωτογραφίες, σκέψεις και ό,τι άλλο βάλει ο νους και η φαντασία μου!